Εφ. Όναγρος | τεύχος 54

ENOSI TB10 10/10

Διαβάστε ΕΔΩ το 54ο τεύχος του Όναγρου


Our small English supplement | BURNXIT edition


After EUROXIT disgrace

After BREXIT edition

Dear fucking English bastards,

Wherever you live, even those that live on our island, you really fucked it up this time. Your Brexit has opened the askos of Mr Aeolos and believe me Aeolos does not fucking joke. From now and on you will go back to your usual British selves. You will come to Ayia Napa peeing, vomiting and shitting every fucking day until even the scambacks Ayianapites will be sick of you. In fact the upcoming elite will sphonge their bums with that twenty pound note with the queen bitch on the front.

Now you will have to get ready to kiss the arse of the Scots, the Irish and the Welsh and say goodbye to them. It is a well-known fact that the bums of the Scots stink like hell. In fact you will need a visa to visit the Edinburgh theatre festival and if you are caught smoking a joint you could well spent the night looking under the skirt or kilt of a butch Scottish prison ward. It is a well known fact that Scottish wards have a habit of raping English prisoners. You will be left with the Pakis and Indians and the Albanian mafia eating your bangers and mash (if you can afford them) in the old working cafes of your cities. We are not condemning you for leaving the EU, you for once acted wisely, in fact we want to leave as well, not because we hate shitface Merkel, but because you were there until recently and is a well known fact that wherever you’ve been, the place fucking stings and is rotten like the balls of your prince Philip. You are the scum of the earth. You got in the EU with the dream that your ppezevengis Turkey will soon join. Now you got out because you don’t want the fucking Turkish Muslims taking over your hospitals and welfare service. Suddenly the Turks are not so good. You want to go your own way and we will respect your referendum even though you fucking swines did not respect our referendum. That’s how you are a nation of shillopoushtos. While you were in the EU the percentage of gays and the rest of anomalies dropped from 52% of men to 45%. Now that you are out you will reach the 60% mark. That is why your fucking high commission spends thousands of pounds every year in buying t-shirts and other memorabilia for the Cyprus GAY PARADE. That is why your high commisioner gives orders to all the staff and their relatives to attend the gay parade.

Your problems in Cyprus and the world now begin. There is going to be a Brexit in Cyprus as well. To be more precise it’s going to be a BURNXIT. We are going to burn you to the fucking ground until you say TTOBE. There’s not going to be a referendum. We are going to chack you out once and for all. You will burn and your fatty bodies will shring to nonentity. You will go to hell and come back with the people of the so called commonwealth poking your eyes out and sticking kourkoutaes up you bums. Perhaps then you will remember Afxentiou, Matsis and the young freedom fighters that your Queen sent to the gallows. Cunts. May your blood become avlagin.

ΕΝΩΣΙΣ Ιουνίου

P.S.: Do not forget we are twice the population of Iceland. Thus if England 1 – Iceland 2, now it’s going to be BRITISH EMPIRE 1 – CYPRUS 5. Gamo tin ratsan sas gamo.



Δεν πρέπει να μας κυριεύσει ο θυμός και η απογοήτευση. Έτσι ήταν πάντα αυτός ο τόπος. Πενήντα χρόνια σκλαβιάς και αίφνης λίγο φως προβάλλει απ’ εκεί που δεν το περιμέναμε. Φυσικά, είχαμε και τις μεγάλες στιγμές μας, όπου ανθρωπάκια τύπου σημερινών και παλαιότερων βουλευτών δεν μπορούσαν να επέμβουν ουσιαστικά, διότι τον λόγο τον πρώτο τον είχε ο λαός. Δες EOKA, δες 2004.

Τις τελευταίες μέρες, γίναμε μάρτυρες ενός χυδαίου παιχνιδιού, ενός παιχνιδιού που ακόμα και η Κύπρος είχε καιρό να δει. Μέσα σε μία εβδομάδα το νέο που έφεραν οι βουλευτικές εκλογές σκόρπισε στους ανέμους για να επιστρέψει ό,τι χειρότερο γέννησε αυτή η γη. Δεν εννοώ μόνο την εκλογή Συλλούρη στην προεδρεία της Βουλής ούτε αναφέρομαι μόνο στην άγρια κοροϊδία που έχουμε υποστεί από τον Άντρο Κυπριανού, τον Αβέρωφ Νεοφύτου και τους υπόλοιπους (πούστηδες και παλληκάρια τα κάναμε μαλλιά κουβάρια) του ΔΗΣΑΚΕΛ. Μιλώ και για την ανικανότητα των υπόλοιπων κομμάτων να χαράξουν μία νέα πολιτική στο Κυπριακό για να περισώσουμε τουλάχιστον την αξιοπρέπειά μας, διότι την Κύπρο ΔΕΝ μπορεί να τη σώσει ο αρρωστημένος κοινοβουλευτισμός του νησιού. Την Κύπρο μπορεί να τη σώσει μόνο ο λαός της και μάλιστα αυτά τα τμήματά του που έχουν κάθε λόγο να αμφισβητούν την κυριαρχία των φαύλων, των τραπεζιτών και των τσογλανιών τους σε όλες τις υπηρεσίες. Μιλώ επίσης για τον Ομήρου και τον Νικολαΐδη, μιλώ για όσους έφυγαν από το ένα κόμμα και πήγαν με άνεση σε κάποιο άλλο, μιλώ για τις αντιπολιτεύσεις σε όλα τα κόμματα που δεν χάνουν ευκαιρία να υποσκάπτουν τους παλιούς συντρόφους τους. Μιλώ για όλα τα ερπετά που γλείφουν εκεί που έφτυναν, μιλώ και για τους πρόσφυγες της Κερύνειας που ψήφισαν ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ κορδόνι, ωσάν και είναι δυνατόν να εκπροσωπήσει τάχα ο κανίβαλος τους Κερυνειώτες που έχει στη στομάχα. Μιλώ και για τους Κυπραίους που καθημερινώς θα βρίσκονται στον Πρωταρά να κάνουν τα μπάνια τους, αφήνοντας τον Αναστασιάδη και τον Ακιντζί ανενόχλητους να τελειώνουν με τη δημοκρατία – και την Κυπριακή και την άλλην. Μιλώ και για μας που αντί να είμαστε ήδη στους δρόμους, κλαίμε τη μοίρα μας και μεμψιμοιρούμε. Μιλώ για μας που ακόμη ζούμε με ψευδαισθήσεις.

Ας σκοτώσουμε τον ενδιάμεσο χώρο που έχουμε μέσα μας, ας προχωρήσουμε μόνοι στους δρόμους αφήνοντας πίσω μας και τα κόμματα και τις κινήσεις. Δεν έχουμε να χάσουμε τίποτε. Θα είμαστε λίγοι στην αρχή, δεν πειράζει. Έτσι ήταν και το 2004. Είκοσι εφτά άτομα σε μία υπόγα έδωσαν τον όρκο ότι δεν θα περάσει το σχέδιο Ανάν και έτσι έγινε. Το ίδιο και με το Μαρί. Πέντε εικοσάχρονα είχαν την τόλμη να πουν το «παρών» και φούντωσε ένα από τα πιο μαζικά κινήματα στην ιστορία της Κύπρου. Όσοι πιστοί –και εννοώ στους αγίους μας, τους ήρωές μας και τους ποιητές μας– προσέλθετε. Θέλει αρετήν και τόλμην και μιαν οκκάν αρτζιίθκια η ελευθερία. Το λένε οι ποιητές μας, όχι εγώ.

Μην περιμένεις πια


Μην περιμένεις πια να ξανασμίξουμε
και την αγάπη μας να ζωντανέψουμε.
Μην περιμένεις πια, όλα τελειώσανε
αφού τα χείλη σου, αχ, με προδώσανε.

Από τα φαρμάκια που μου ’χεις δοσμένα
σκότωσες ό, τι είχα όμορφο για σένα
κι απ’ τον έρωτά μας μοναχά η κρύα στάχτη
έχει μείνει τώρα μες στην καρδιά.


Χρόνια περιμένω να κάνουν την εμφάνισή τους κάποιοι μουσικοί που θα τραγουδούν λαϊκά, όχι προς το τέλος της παράστασής τους, αλλά καθ’ όλη τη διάρκειά της. Μάταια, φυσικά, διότι οι νέοι μας ανακαλύπτουν τα ρεμπέτικα (και καλά κάνουν), σνομπάροντας όμως τα λαϊκά και τα άλλα είδη της μουσικής του τόπου μας. Μένουν προσηλωμένοι στα ρεμπέτικα με μια ευλάβεια που πολλές φορές μπαίνει εμπόδιο στην εξέλιξή τους ως μουσικούς. Μάλιστα, πολλά σχήματα τραγουδούν και παίζουν τα ρεμπέτικα ωσάν να είναι αυτοί ρεμπέτες, πράγμα που φυσικά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Κάποιοι, πιο φανατικοί, τραγουδούν μόνο Βαμβακάρη και παλιούς, πριν τον Τσιτσάνη και τον Παπαϊωάννου, λες και η μουσική μας δεν είναι ενιαία και… εξελισσόμενη.

Φυσικά, υπάρχουν και οι πιο παλιοί μουσικοί, οι οποίοι παίζουν ελαφρολαϊκά, αρχοντορεμπέτικα και ΠΟΤ ΠΟΥΡΙ, με επιτυχίες πολύ γνωστές στον κόσμο και με τη λογική της εύκολης διασκέδασης και του συντονισμένου χορού σε ταβέρνες, κέντρα και καφενεία.

Ανάμεσα στους εμπορικούς παλιούς μουσικούς και στους νέους ιδεολόγους ρεμπέτες, υπάρχει φυσικά ένας τεράστιος πλούτος της ελληνικής λαϊκής μουσικής που μένει ανεκμετάλλευτος, λες και έχουν εκλείψει οι λόγοι άνθησης αυτού του είδους και το σμυρνέικο, τα μουρμούρικα, οι αμανέδες και τα ρεμπέτικα να είναι ανταγωνιστικά με τα λαϊκά. Σπανίως πια θα ακούσεις Καζαντζίδης ή Μπιθικώτση, παρά μόνο το Υπάρχω και το Ένα αμάξι με δυο άλογα. Όσον αφορά τους μεγάλους Γαβαλά, Στράτο, Μοσχολιού, Μενιδιάτη, Αγγελόπουλο, Χατζηαντωνίου, Γιαννακάκη, Πέτρο Αναγνωστάκη, Γιώτα Λύδια, Καίτη Γκρέυ, Πόλυ Πάνου, Στράτο Κύπριο, Περπινιάδη, τον μέγιστο Άκη Πάνου και τόσους άλλους, σπανίως θα τους ακούσουμε.

Τι να συμβαίνει, λοιπόν; Μήπως εξέλειψαν οι λόγοι που έκαναν αυτό το τραγούδι να ανθήσει και να αγαπηθεί από τους Έλληνες ή μήπως εξέλειψαν οι Έλληνες και έχουν μεταλλαχθεί σε κάτι άλλο; Αυτά ας τα απαντήσουν οι κοινωνιολόγοι. Εγώ μόνο διαπιστώσεις μπορώ να κάνω, να πω πως έχει αλλάξει ο τρόπος διασκέδασής μας, η σχέση μας με τη μουσική από τη δεκαετία του ’80 μέχρι σήμερα. Όταν αρχές του ’80 έφερα την πρώτη ρεμπέτικη κομπανία στην Κύπρο έγινε χαμός. Τα παιδιά έπαιζαν λαϊκά, ρεμπέτικα, απ’ όλα και ο κόσμος, κυρίως φοιτητές και νέοι, έδιναν ρέστα κάθε βράδυ, ο καθένας τραγουδώντας τον δικό του πόνο, τα δικά του αχ και βαχ. Μετά, το επόμενο καλοκαίρι, η Κική, ο Πανταζής και ο Σωτηρόπουλος, κυρίως με λαϊκά θα ξεσηκώσουν το μαγαζί με επιτυχίες που λάτρεψαν όλοι οι Έλληνες της δεκαετίας του ’50 και του ’60.

Έκτοτε, τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά. Αλλιώς διασκεδάζει ο κόσμος, άλλη η σχέση του με το τραγούδι. Είναι άξιο αναφοράς και το γεγονός ότι το ακουστικό κοινό έχει χωριστεί στα δυο. Στα ρεμπέτικα και στο ελαφρό λαϊκό, δηλαδή δύο σχολές που δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους. Η αβάστακτη ελαφρότητα των «γλεντζέδων», με τη σοβαροφάνεια των «ρεμπετών» δίνουν το σημερινό στίγμα.

Έχω την εντύπωση πως και τα δύο είδα τρέμουν το λαϊκό, κάπου νιώθουν μια απειλή απ’ αυτό και δεν θέλουν να έχουν πάρε-δώσε μαζί του, σαν να τους προσβάλλει, όπως ο συγγενής της πόλης το σόι του από το χωριό, όπως ο ξιπασμένος αστός χωραΐτης τον εργάτη ή τον αγρότη. Οι νέοι άνθρωποι βολεύονται με το ρεμπέτικο. Έχει την επαναστατικότητά του, έχει τον καημό και έχει και το ασυμβίβαστο με την εξουσία. Οι νέοι προτιμούν το ρεμπέτικο διότι εν γένει στις μέρες μας είναι πολύ πιο κλεισμένοι στον εαυτό τους. Δεν ερωτεύονται εύκολα, ούτε ποθούν γυναίκες/άνδρες με τον ίδιο τρόπο. Ούτε εκφράζονται εύκολα δημοσίως ή ακόμη και μπροστά από τους φίλους τους. Γι’ αυτό και το λαϊκό τούς ενοχλεί, τους τρομοκρατεί κατά κάποιον τρόπο, διότι με το λαϊκό πρέπει οπωσδήποτε να τραγουδήσουν τον πόνο τους, να εκθέσουν το πρόβλημά τους, να πουν για τον χωρισμό τους και να κλάψουν για τα τόσα και τόσα βάσανά τους, που κυρίως προέρχονται από τις σχέσεις ανδρών/γυναικών. Με το λαϊκό πρέπει να καταγγείλεις την προδότρα γκόμενά σου, πρέπει να πεις για τις πισώπλατες μαχαιριές, να κλάψεις για την απώλεια, ακόμα και να ζητήσεις συγγνώμη, να πεις ψέματα ή να τα ρίξεις στην κακιά στιγμή για να δικαιολογήσεις την απρέπειά σου. Το λαϊκό είναι άμεσο, είναι πόνος βαρύς, είναι προσωπικό, είναι κλάμα, κλάμα, κλάμα και πόνος αβάστακτος. Φαίνεται ότι σήμερα οι νέοι δεν ερωτεύονται, δεν παθαίνουν αμόκ με τους έρωτές τους. Φαίνεται, κιόλας, πως οι διαχωριστικές γραμμές δεν είναι τόσο εμφανείς. Δεν υπάρχουν πια φτωχοί και πλούσιοι, εργάτες και κηφήνες, μετανάστες, πρόσφυγες και καθωσπρέπει πολίτες. Όλοι είμαστε τουρλού-τουρλού, ομοιόμορφοι και βράζουμε στο ίδιο καζάνι, το οποίο όμως δεν είναι και τόσο ζεστό για να μας ενοχλεί ιδιαιτέρως.

Ας δούμε όμως κάποια τραγούδια:

Πήρα ένα γράμμα, γράμμα πικραμένο
και μου γράφεις πως δεν θα γυρίσεις πια.
Γιατί γιατί γιατί; (να μια καλή ερώτηση)

Πες μου τι ’σου ’χω κάνει
για να μ’ απαρνηθείς δίχως λόγο
και να μην ξαναρθείς.
(θέλει να ξέρει ο άνθρωπος)

Παν’ οι ελπίδες που ’χα για σένα,
σβήσαν τα όνειρά μου.
Τώρα κατάλαβα πως λησμονιούνται
μάτια που βρίσκονται μακριά.
(τα πάντα χάθηκαν)

Κλαίει ο Αγγελόπουλος, κλαίμε κι εμείς, διότι όλοι έχουμε λάβει αυτό το γράμμα, αυτό το μήνυμα.

Να και μια άλλη εκδοχή:

Μου ’στείλαν ένα γράμμα
φαρμάκι και φωτιά
(και φαρμάκι και φωτιά),
μου γράφουν πως σε είδαν
σε ξένη αγκαλιά.

Μα εγώ να το πιστέψω
ακόμα δεν μπορώ,
γιατί δεν είχες λόγο
να το ’κανες αυτό.

Σπαράζει ο διαμαρτυρόμενος και απορημένος Πέτρος Αναγνωστάκης. Ποιός άραγε να είναι ο λόγος;

Ας δούμε και την άλλη πλευρά, όπου ο άνδρας παραδέχεται πως δεν είναι αλάνθαστος και ζητά συγγνώμη, μέσα στον απέραντό του πόνο. Δηλαδή, πήγε με άλλη, αλλά ικετεύει την «αγάπη» του, με ή χωρίς εισαγωγικά, να τον συγχωρέσει:

Μη με διώχνεις αγάπη μου πρώτη
μη ξεχνάς ότι είμαστε ανθρώποι,
που σε σφάλματα κατρακυλάμε
μα θλιμμένοι μια μέρα γυρνάμε
και με δάκρυ συγγνώμη ζητάμε

Σκληρά με παϊδεύουν οι τύψεις
μη θέλεις κι εσύ να με πνίξεις,
αν έχεις στα στήθια ανθρώπου καρδιά
συγχώρα με αγάπη μου ξανά.

Ο Αναγνωστάκης –προσέξτε τις λέξεις «στα στήθια ανθρώπου καρδιά», όπως λέμε «άδρωπος»– πάει να βγει κι από πάνω, ο πονεμένος.

Να και το μάταιο της υπόθεσης, ο απόλυτος πόνος, όπου η γυναίκα είναι πια σύμβολο της καταστροφής. Το λέει άλλωστε και ένα άλλο υπέροχο τραγούδι:

Γεννήθηκες για την καταστροφή
και ήρθες να γκρεμίσεις μια ζωή,
δε συλλογίστηκες τι πας να κάνεις
μαχαίρι μου ’μπηξες, τρελή, θα με πεθάνεις.

Και τώρα τρελοκόριτσο γελάς,
μα κατά βάθος κλαις και μ’ αγαπάς.

Αχχχχ γιατί να σε γνωρίσω
αχ γιατί να σ’ αγαπήσω.
(τι έπαθα ο καημένος)

Ποιος σου ’πε να ’ρθεις και να μπεις
στον δρόμο της ζωής,
να παίξεις με τον πόνο μου
να κάψεις την ψυχή μου.
(συνεχίζει ο άλλος)

Μαύρη να ’τανε η ώρα κι η στιγμή
που βρέθηκες μπροστά μου,
να μου πικράνεις τη ζωή
να κάψεις την καρδιά μου.

(αρχίζουν και οι κατάρες, αν και είμαι σίγουρος πως αν του έλεγε “εντάξει, σε παίρνω πίσω” θα πήγαινε βουρητός)

Ήμουνα λεύτερο πουλί
και είχα την υγειά μου
είχα την ησυχία μου
το γέλιο τη χαρά μου.

(εξηγεί και κλαίει τη μοίρα του ο Μενιδιάτης)

Και εγώ, στο τραπέζι που τα πίνω λείπει το ποτήρι της και ευτυχώς που υπάρχει και ο Καζαντζίδης να μου κρατά συντροφιά. Μου έτυχε να κάθομαι σε τραπέζι, μαζί με τη γκόμενά και την ερωμένη μου και πάλι να τραγουδώ αυτό το τραγούδι με πάθος, ωσάν και να μη μπορώ να ζήσω χωρίς τη γυναίκα του τραγουδιού.

(άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου)

Ας δούμε τώρα ένα από τα διαλογικά τραγούδια της εποχής, όπου ο άνδρας και η γυναίκα βγάζουν με τη σειρά τους τα εσώψυχά τους:

Κάποις μου είπε απόψε, αγάπη μου,
ότι με πονάς και δε με ξεχνάς.
Μου ’πε πως σε είδε για μένα να κλαις
τ’ όνομά μου να λες.

(παραπονιέται η Γιαννακάκη και απαντά ο Θεσσαλός)

Μη νομίζεις πως κι εγώ σε ξεχνάω
και δεν κλαίω για σένα.
Αχ με τα στήθια πληγωμένα γυρνάω
και με μάτια κλαμένα.
Πότε θα ’ρθεις, γλυκιά μου αγάπη
πότε θα ’ρθεις, γλυκιά μου αγάπη.

(η Γιαννακάκη στο τέλος βγάζει και συναινετικό συμπέρασμα, κάτι σαν κάθαρση)

Για να σβήσει ο καημός
κι ο σκληρός χωρισμός.

Υπάρχουν βέβαια και οι αντιδράσεις στην αδικία, όπου ο άλλος δεν αντέχει και θέλει να μείνει μόνος με τον πόνο του.

Δεν πουλάω την καρδιά μου
ούτε την πετώ,
μα την έδωσα σε σένα
γιατί σ’ αγαπώ.

Ούτε σου ζητώ συμπόνια
να με λυπηθείς.
Φύγε κι άσε με μονάχο
και μη ξαναρθείς.

(βογγάει ο Γαβαλάς)

Μα ο Καζαντζίδης επιμένει πως είναι αθώος, αν και παραδέχεται, εμμέσως πλην σαφώς, ότι ποθεί σεξουαλικά και θανάσιμα την κοπέλα.

Ποιος σου ’πε κούκλα μου,
ποιος είν’ αυτός,
που σου είπε δεν σ’ αγαπώ
και θέλω μονάχα να παίξω μαζί σου.

Εμένα η καρδιά μου λαχαταράει
να γίνει ταίρι με τη δική σου
(τάχατες θέλει να την παντρευτεί)
και τα φλογισμένα μου τα χείλη
μιλούνε μόνο για το φιλί σου,
αμάν για το γλυκό φιλί σου.
(αλλά η φλόγα για το φιλί δε σβήνει με τίποτα)

Aπο χείλη άτι ξέρει κι ο Χατζηαντωνίου :

Εσύ που χάρισες σε μένα την καρδιά σου,
την αγκαλιά, τα νιάτα σου, την ομορφιά σου,
δεν το περίμενα ποτές μου από σένα,
πως σ’ άλλον άνδρα τα φιλιά σου έχεις δοσμένα,
φαρμακωμένα χείλη, φαρμακωμένα χείλη.

(ενώ παραδέχεται πως του χάρισε τα πάντα, δεν το περίμενε πως θα συμπεριφερόταν ως πουτάνα και να πήγαινε με άλλον άνδρα)

Έδωσαν τα φιλιά τους πάνω στα δικά μου,
στον πονεμένο τον μεγάλο έρωτά μου
και πήραν ότι όμορφο είχα κοντά μου
φαρμακωμένα χείλη, φαρμακωμένα χείλη.

Το λαϊκό τραγούδι δεν είναι απελευθερωτικό, ούτε ανεβάζει το επίπεδο του λαού, ούτε όμως ισχυρίστηκε ποτέ κάτι τέτοιο. Το λαϊκό τραγούδι είναι η πονεμένη ψυχή των ανθρώπων που σκύβουν το κεφάλι, όχι για να προσκυνήσουν κάποια εξουσία, αλλά για να μετρηθούν με τα βάσανά τους. Ο λαϊκός άνθρωπος, που πάει να εκλείψει πια, έτσι κι αλλιώς τραγουδά για τις χαμένες του αγάπες, για τις μαχαιριές και τις προδοσίες, από οικεία ή μη πρόσωπα. Τραγουδά σε κάθε άκουσμα ενός τραγουδιού διαφορετικά πράγματα. Η Μαντουμπάλα πότε είναι η γυναίκα του, πότε η ερωμένη του. Μπορεί, όμως, να είναι η Σαμψούντα του, η Κερύνεια του, η Γιαλούσα του, μπορεί να είναι και η ξενιτεμένη κόρη του, μπορεί να είναι ακόμα και η άρρωστη μάνα του.

Ό,τι και να είναι «με μάτια κλαμένα στους δρόμους γυρνώ, μια αγάπη καινούργια ζητάω να βρω». Αυτά έχει το λαϊκό τραγούδι, να ταξιδεύει σε έναν άλλον κόσμο, έτσι για να περάσει κι αυτή η νύχτα, να σηκωθούμε την επομένη, να πάμε δουλειά, να ταΐσουμε την οικογένειά μας, να μας τα πάρει το κράτος, να μας γαμήσουν οι τράπεζες… και η ζωή να συνεχίζεται μέσα στην ίδια αθλιότητα. Ώσπου να έρθει ο Τσιτσάνης και να μας δώσει αυτή τη μικρή ελπίδα που ακούει «τον χτύπο μόνο της καρδιάς που μας βαφτίζει ανθρώπους», που λέει κι ο Σαββόπουλος. Ώσπου να έρθει ο Τσιτσάνης να μας ανοίξει τα μάτια και τα αυτιά σε άλλους κόσμους.

Μην απελπίζεσαι και δεν θ’ αργήσει
κοντά σου θα ’ρθει μια χαραυγή,
καινούργια αγάπη να σου ζητήσει,
κάνε λιγάκι υπομονή.

Αν είστε ανυπόμονοι, βάλτε Σαββόπουλος, Ντύλαν, Αλί Καν, Φαϊρούζ και Κιγκς. Βάλτε όλους τους νέγρους μπλουζίστες, πάλι με ένα κόμπο στο στομάχι θα μείνετε. Βλέπετε, η μουσική ούτε ενώνει ανθρώπους -σαχλαμάρες των προοδευτικών αυτές- ούτε κάνει επαναστάσεις. Απλώς μας κρατάει ζωντανούς για την επόμενη μέρα. Tον καθένα ξεχωριστά, τον καθένα με τον πόνο του κι εγω ακόμη κι εγώ με την φωνή της Γιώτας Λύδιας να επιμένω:

 «όσο είσαι μακρυά μου στάζει αίμα η καρδιά μου
θα πεθάνω κι ειναι κριμα στην φτωχή μου αγκάλη
γύρνα, πάλι γύρνα γύρνα»

(πάλι γύρνα πάλι γύρνα γαμώ το)


Εφημερίδα Όναγρος