H ΑΠΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΚΗ-ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Ήταν Κυριακή και όπως κάθε Κυριακή ο Σαββάκης πήγε εκεί στην πλατεία Σολωμού, στο παζαράκι των μεταναστών και χάζευε τους λαούς του κόσμου να κάνουν τις αγορές τους, να μιλούν ασταμάτητα και να χαίρονται τη μια μέρα που προφανώς δεν δουλεύουν σαν σκλάβοι. Του άρεσαν πολύ οι μετανάστες του Σαββάκη, εδικά οι Σριλανκέζοι και οι Ινδοί και γενικώς οι Ασιάτες. Του άρεσε που τις Κυριακές έβαλλαν τα καλά τους και έμοιαζαν κανονικοί άνθρωποι με τα πρόσωπά τους να λάμπουν σαν να ’θελαν να μας πουν «κοιτάξτε είμαστε κι εμείς άνθρωποι, έχουμε οικογένειες, χωριά και σπίτια και εμείς έχουμε τους αγίους μας και τα ιερά και όσιά μας». Ο Σαββάκης δεν είχε ανάγκη να ακούσει όλα αυτά για να συμπαθήσει τους κακόμοιρους αυτούς ανθρώπους. Ήξερε πολύ καλά τι θα πει φτώχεια, τι θα πει να πονάς. Ήξερε κιόλας τι ωραία που είναι σαν μες στη φτώχεια σου και τη δυστυχία σου βρεις έστω και λίγες στιγμές για να χαρείς, να ξεδώσεις και να νιώσεις σαν άνθρωπος. Έβλεπε τις Σριλανκέζες με το έντονο κοκκινάδι στα χείλη και χαμογελούσε από τη χαρά του, δεν είχε ανάγκη από κοινωνιολόγους για να του εξηγήσουν τι σημαίνουν τα κόκκινα χείλη των μαντάμ της Κύπρου.  Σας γράφω αυτές τις λεπτομέρειες για τον Σαββάκη, διότι έχουν κάποιο νόημα για την εξέλιξη της ιστορίας μας.

Συνέχεια

Advertisements

Ο ΣΑΒΒΑΚΗΣ ΣΤΟ ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ


Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα, απ’ αυτές που κάνουν τον χειμώνα της Κύπρου απίστευταωραίο. Πάντα το ’λεγε ο πάππους μου: «σαν το αθάνατο ελληνικό ηλιούδιν της Κύπρου εν έσιει γιε μου». Αν εξαιρέσεις το γεγονός ότι ο πάππους μου ήταν ολίγον εθνικιστής -άκου τώρα ελληνικόν ηλιούδιν – νομίζω ότι ο γέρος είχε δίκαιο. Ο Σαββάκης, όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, κοπροσκυλιάζει στο καλύτερο σημείο, το πιο ζεστό, αυτό που συσσωρεύει τις περισσότερες ακτίνες του ήλιου. Ροχαλίζει κιόλας και πού και πού στον ημιύπνο του προσπαθεί να πιάσει και καμιά ενοχλητική μύγα. Σήμερα όμως ήταν ανήσυχος. Σαν κάτι να τον απασχολούσε. Είχε ακούσει μια συζήτηση με μένα και τον μπακάλη και νομίζω προβληματίστηκε, ειδικά όταν ο μπακάλης είπε για τονΧριστόφια «μα τι περιμένεις από έναν εγγλέζο πράκτορα;» Μόλις άκουσε αυτή την ατάκα ο Σαββάκης έφυγε βουρητός βουρητός για το Προεδρικό. Νοείται ότι ο Σαββάκης δεν είχε πάει ποτέ του στο Προεδρικό ούτε καν το ’74 με το πραξικόπημα. Ρωτώντας έφτασε στο English School. Εκεί στάθηκε και συλλογίστηκε την ιστορία που του είπε το αφεντικό του, τότε τον καιρό της ΕΟΚΑ, που οι «ζωόφιλοι» άγγλοι στρατιώτες ξιφολόγχησαν μέχρι θανάτου το μικρό γουρουνάκι της οικογένειας και το έριξαν μετά σ’ένα βαρέλι με νερό. Ήθελε να εκδικηθεί ο Σαββάκης, να γράψει κάποιο σύνθημα στους τοίχους του σχολείου ή να μπει στην κυρίως αίθουσα και κάτω από τη φωτογραφία του Νιουχαμ, του εμπνευστή των μοντέρνων νεοκυπριακών ιδεολογημάτων να αφοδεύσει έναν τεράστιο κότσιρο, όμως για άλλους λόγους έφτασε στην περιοχή σήμερα. Προχώρησε και κάπου χάθηκε στη γειτονιά. Ευτυχώς, εκείνη τη στιγμή που ο Σαββάκης έψαχνε το Προεδρικό, βλέπει τον φιλόλογο και πρώην ΠΛΕ Σάββα Παύλου να φωνάζειστον δρόμο «Μις ψιψι ψι» προφανώς καλώντας τη γάτα του να έρθει να φάει. Ο Σαββάκης είδε τη γάτα του κυρίου Παύλου πίσω από ένα φράκτη και άρχισε να γαυγίζει, με αποτέλεσμα η γάτα να κοπεί του βούρου και να επιστρέψει σπίτι της και τον Σάββα να ευχαριστεί τον Σαββάκη, όπως πάντα εις άπταιστην αρχαίαν ελληνικήν και τον Σαββάκη να γλειφογυρίζει αναγαλλιασμένος τα πόδια του λαμπρού μας φιλόλογου και συγγραφέα. Οι δυο φίλοι δεν έμειναν εκεί για πολύ. Η σύζυγος του Σάββα τον φώναξε να πάει μέσα για να κόψει το κρέας και ο Σαββάκης βρήκε την ευκαιρία να κατουρήσει στο πισινό αριστερό λάστιχο του αυτοκίνητου του Σάββα. Μετά ο Σαββάκης ανέβασε τα πόδια του πάνω στο πορτμπαγκάζ σαν να θελε να το ανοίξει και να δει τι υπήρχε μέσα, αλλά πού ένας σκύλος να καταφέρει κάτι τέτοιο! Πηρέ δρόμο ο Σαββάκης και έφτασε στην πύλη του Προεδρικού. Μόλις τον είδε ένας Παφίτης αστυνομικός, προφανώς Ακελικός, διότι ο Σαββάκης τους αναγνωρίζει και γαυγίζει μόλις τους δει ο μπάτσος άρχισε το βρισίδι.«Ουστ, κοπρόσκυλο, που είσαι εσύ σσιύλλος να μπεις μες στο Προεδρικό, άτε πήαιννε έσσω σου πριν σε στείλω στο νοσοκομείο!»«Προτιμώ κλινική», απαντάει ο Σαββάκης και σαν αστραπή πέρασε δια μέσου των κάγκελων και έτρεξε προς το Προεδρικό. Ο μπάτσος με τον ασύρματό του ειδοποίησε την προεδρική φρουρά, σιγά όμως που θα πίστευαν την όλη σκηνή οι πραιτοριανοί τουΧριστόφια. Μόλις φτάνει στην είσοδο του Προεδρικού, ο Σαββάκης κοιτάζει καλά τον θυρεό της αποικιοκρατίας και αδειάζει την ουροδόχο κύστη του στον αριστερό κίονα του Προεδρικού. Έκαμε μια τεράστια λάντα, πρώτη φορά κατούρησε τόσο πολύ ο Σαββάκης. Εκείνη τη στιγμή εμφανίζεται μπροστά του ο Στέφανος Στεφάνου και θυμωμένος λέει «τι κάνεις εκεί, ρε κοπρόσκυλο;»« Κατουρώ» λέει ο Σαββάκης «δεν βλέπεις τι κάνω είσαι στραός ή ακελικός;»«Πώς τολμάς και μιλάς έτσι σ’ ένα κυβερνητικό στέλεχος; Ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;» «Όι», απαντά ξερά ο Σαββάκης .«Είμαι ο κυβερνητικός εκπρόσωπος» και διακόπτοντάς τον ο Σαββάκης του λέει «Κι εγώ ο Μαχαραγιάς της Ινδίας.  Άτε κιτ, άφησ’ με να κάμω τη δουλειά μου». Ο Στεφάνου μόνο που δεν κρέπαρε απ’ το κακό του. Ευτυχώς για όλους εκείνη τη στιγμή κατέφθασε και μια μαύρη λιμουζίνα. Άνοιξαν την πόρτα και βγήκε ο Πουργουρίδης του άλλου ΑΚΕΛ του γαλάζιου. Ο Σαββάκης σαν Ο.Υ.Κ και εκπαιδευτήςτων ειδικών δυνάμεων του ΑΝΤΙΑΚΕΛΙΚΟΥ ουλαμού προλήψεως ιδεολογικών εγκλημάτων με ένα σάλτο έχωσε τα δόντια του στον μαραμένο κώλο του Πουργουρίδη, του οποίου οι κραυγές ακούστηκαν έως την αγορά του Αγίου Αντωνίου. Το τι έγινε μετά δεν περιγράφεται με λέξεις. Οι μπάτσοι, όπως στις ταινίες του Τσάρλι Τσάπλιν, μαζί τους και διάφοροι πολιτικοί έβαλαν τον Σαββάκη του βούρου και αυτός ως νέος Τσάπλιν τους έφερε απ’ εδώ, τους έφερε απ’ εκεί, τελικά τον έχασαν στην Κυριάκου Μάτση, όπου ο Σαββάκης ξαναβρήκε τον Σάββα Παύλου να κάνει την καθιερωμένη γυμναστική του περπατώντας πάνω κάτω, προσπαθώντας να χάσει κάποια κιλά μασώντας ταυτοχρόνως και καμπόσα στραγάλια. Ο Σαββάκης άρπαξε τον Σάββα απ’ τα παντελόνια και άρχισε να τον οδηγά προς το Προεδρικό. Από το παρκάκι κατάφεραν και μπήκαν μέσα. Ο Σάββας πάντα ονειρευόταν να κάνει κατάληψη των ανακτόρων του ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΥ. Σαν έφτασαν κρυφά κρυφά στην είσοδο του Προεδρικού, μια λιμουζίνα τεράστια σταμάτησε μπροστά έτσι με υφάκι προεδρικής λιμουζίνας και άδειασε στα γρήγορα τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο Χριστόφιας με αυτό το χαρακτηριστικό χωριάτικο ύφος του, αυτό που χρησιμοποιεί όταν θέλει να είναι ο καλός μας θείος, χαιρέτισε τον κύριο Παύλου σαν να ήταν φίλοι από καιρό και μάλιστα έσκυψε και χαιρέτισε και τονΣαββάκη χαριτολογώντας «είνταμπου κάμνεις, ρε σσιυλλίν, θέλεις τζιαι συ κανένα ρουσφέτι τζιαι ήρτες στο Προεδρικό; Πριν καν απαντήσει ο Σαββάκης, ο Σάββας με την πιο στεντόρια φωνή άρχισε ρυθμικά να φωνάζει «Μα-ζί με τον Χριστό-φια για Έ-νω-ση α-τό-φια». Ο Χριστόφιας σαν να έπαθε καρδιακή προσβολή στον μοναδικό νεφρό του. Έμεινε με το στόμα ανοικτό έτοιμος να λιποθυμήσει. «Άκου, ρε Χριστόφια» του λέει «αν εσύ είσαι χωριάτης, εγιώ είμαι χώρκατος θκυο φορές. Εν πιάνουν σε μένα τούντα μασκαραλίκκια σου, εν σε λυπούμαι με τίποτε ούτε με πειράζει εάν με κατηγορήσετε για στείρο αντιακελισμό. Έτσι κι αλλιώς το παραδέχομαι». Ο Χριστόφιας προσπαθούσε απεγνωσμένα να αναπνεύσει χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, έστω και αν εκείνη τη στιγμή έτρεξε κοντά του ο Αναστασιάδης και του έδινε το φιλί της ζωής. Κάπως είχε συνέλθει. Ο Σαββάκης βλέποντας τους δυο ηγέτες να ερωτοτροπούν άρχισε να φωνάζει «Ζήτω! Ζήτω! ο στείρος στείρος στείρος αντιακελισμός». Ο Χριστόφιας λιποθύμησε. Ο Σαββάκης μαζί με τον Σάββα πήραν τον δρόμο προς το Χίλτον. Ο Σάββας μπήκε μέσα για ένα ουζάκι ως μοντέρνος νέος και ο Σαββάκης διέσχισε την Καλλιπόλεως και γύρισε στις Κάτω γειτονιές.