ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΣ ΧΩΡΟΣ

Είναι ολοφάνερο πως και οι πέντε αρχηγοί των κομμάτων του «ενδιάμεσου χώρου» είναι, με τη σεξπηρική άποψη, όλοι έντιμοι άνθρωποι. Θα μπορούσαν όλοι να είναι άξιοι υποψήφιοι για την προεδρία, ειδικά τώρα που οπωσδήποτε το στρατόπεδο του ΔΗΣΑΚΕΛ πρέπει να ηττηθεί εάν θέλουμε σε αυτόν τον τόπο να έχουμε κάποια προοπτική ελευθερίας. Όμως σήμερα το ζήτημα δεν είναι να βρούμε κατάλληλο υποψήφιο ή να φύγει ο Αναστασιάδης για να έρθει ένας άλλος Αναστασιάδης. Το ζήτημα σήμερα είναι η ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Η πολιτική στο Κυπριακό που θα μπορέσει να δώσει μια άλλη προοπτική στον κυπριακό λαό. Δυστυχώς, και οι παλιοί και οι καινούργιοι πολιτικοί με το ίδιο βιολί θα παίξουν. Ο «ενδιάμεσος χώρος» δεν προτείνει οτιδήποτε άλλο από την ομοσπονδία και τη συνέχιση των συνομιλιών. Μιλούμε για τις δύο πτέρυγες του «ενδιάμεσου χώρου»: Παπαδόπουλο με το σωστό περιεχόμενο και Λιλλήκα με το πιο σωστό περιεχόμενο. Ευτυχώς, η πολιτική της ομοσπονδίας έχει ξευτιλιστεί μετά από αλλεπάλληλες ήττες. Δυστυχώς για μας, όλοι παραμένουν εγκλωβισμένοι στις παλιές αμαρτίες ενός κατεστημένου που εδώ και εξήντα χρόνια λυμαίνεται τον τόπο. Δυστυχώς για μας, δεν ξέρω αν θα δοθεί κι άλλη ευκαιρία για να απαλλαγούμε από τη διζωνική ομοσπονδία και τη λύση μέσω συνομιλιών στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών. Οι συνομιλίες και τα Ηνωμένα Έθνη είναι μέρος του προβλήματος, είναι μέρος της πολιτικής που θέλει να συνθηκολογήσουμε και να τα δώσουμε όλα στους Τούρκους.

Υπάρχουν άλλες επιλογές; Φυσικά και υπάρχουν. Ο εθνικά σκεπτόμενος χώρος δεν πρέπει να ακολουθήσει τα ψευτοδιλήμματα του «ενδιάμεσου χώρου». Εξάλλου, αύριο ο «ενδιάμεσος χώρος» θα είναι εκ των πραγμάτων μέρος της εξουσίας, μέρος των δυνάμεων που θα μας γονατίσουν ακόμα περισσότερο για να γίνουν αποδεκτά τα σχέδια των Τούρκων. Εμείς δεν είμαστε απλώς εναντίον της κατοχής. Είμαστε εναντίον της κατοχής επειδή είμαστε Έλληνες και θέλουμε να ζήσουμε ελεύθεροι ως τέτοιοι σ’ αυτόν τον ιστορικό μας χώρο. Πιστεύουμε πως η ρητορεία του «ενδιάμεσου χώρου», όπως και του ΔΗΣΑΚΕΛ, εναντίον της κατοχής είναι το άλλοθι για να μην κάνουμε κανέναν εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Φωνάζουν για χαμένες πατρίδες που ζητούν την επανένωσή τους και ταυτοχρόνως αποδομούν κάθε ελληνική πατριωτική φλόγα που έχει απομείνει στον λαό μας. Μα ποιοι θα κάνουν αυτόν τον αντικατοχικό αγώνα; Τα μαμμόθρεφτα του English School ή τα young rotary και young lions; Ποιοι θα θυσιαστούν για την πατρίδα; Οι απάτριδες διεθνιστές, εθνομηδενιστές της επαναπροσέγγισης και οι ριψάσπιδες «προοδευτικοί» ή τα δικά μας παιδιά, τα παιδιά που έχουν σαν ινδάλματα τον Αυξεντίου, τον Παλληκαρίδη, τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη και όλους τους ήρωες του έθνους μας;

Η Κύπρος από μόνη της δεν μπορεί να κάνει κανέναν αγώνα επανάκτησης των κατεχομένων. Αυτό που μπορεί να κάνει είναι να αντιστέκεται στο ξεπούλημα με την ελπίδα πως θα έρθουν καλύτερες μέρες. Το Κυπριακό είναι πρόβλημα ΕΘΝΙΚΟ. Αφορά την ανεξαρτησία και την ελευθερία όλου του Ελληνισμού. Γι’ αυτό και είναι αναγκαία η ίδρυση ομάδων σε Κύπρο και Ελλάδα που θα παλέψουν μαζί σε πολλά επίπεδα για να ανατραπεί η λογική πως το Κυπριακό είναι πρόβλημα των Κυπρίων και μόνο. Το έθνος πρέπει να δώσει πια τις λύσεις. Ο εθνικά σκεπτόμενος χώρος οφείλει να δώσει την εναλλακτική λύση και να κατεβάσει, έστω και συμβολικά, έναν έντιμο ΠΑΤΡΙΩΤΗ για να εκπροσωπήσει τις εθνικοαπελευθερωτικές δυνάμεις του τόπου μας.

Πρέπει άμεσα να κλείσουμε τα οδοφράγματα και να χαράξουμε μια νέα στρατηγική. Πρέπει άμεσα να βρούμε και τις αντίστοιχες εθνικοαπελευθερωτικές ομάδες στην Ελλάδα για να ξεκινήσει ένας διάλογος και μια ενοποίηση των δυνάμεων, ώστε από κάτω να μπορέσουμε να ασκήσουμε περισσότερη πίεση προς τις ηγεσίες μας και τους κρατικούς φορείς των δύο μας κρατών.

Την επανάσταση του έθνους οφείλουν να αναλάβουν οι πρωτοπόρες φυλές των Ελλήνων. Οι κατεχόμενοι Κύπριοι, οι Μικρασιάτες, οι Πόντιοι, οι Μακεδόνες, οι Θρακιώτες που κινδυνεύουν άμεσα και οι Αιγαιοπελαγήτες μαζί με τους Βλάχους, τους Σαρακατσάνους, τους Τσιγγάνους και όλους τους άλλους Έλληνες που πραγματικά θέλουν την προκοπή όλου του έθνους και όχι των ελίτ.

Πρέπει αμέσως να ζητηθεί από τους Τουρκοκύπριους να αναγνωρίσουν την Κυπριακή Δημοκρατία, να αφήσουν τα σπίτια των Ελλήνων, να έρθουν να παραλάβουν τα δικά τους και να ζήσουν ως ελεύθεροι πολίτες στα χωριά και τις συνοικίες τους, αλλιώς να απολέσουν την κυπριακή ιθαγένεια και μαζί την ιδιότητά τους ως Ευρωπαίοι πολίτες. Πρέπει να καταλάβουν ότι δεν είναι ο περιούσιος λαός του Θεού και πρέπει να κάνουν και αυτοί τις επιλογές τους. Θέλουν να ζήσουν μαζί μας ως ελεύθεροι πολίτες ή θέλουν να είναι κομμάτι του ερντογανικού παζλ; Θέλουν ελευθερία ή πλήρη ΤΟΥΡΚΟΠΟΙΗΣΗ; Ας διαλέξουν επιτέλους. Όσοι δεν θέλουν να ζήσουν μαζί μας, τότε ας επιστρέψουν στην Τουρκία ή σε όποιο Ουζμπεκιστάν θέλουν.

Ένα γαλάζιο κύμα πλανιέται πάνω από την Κύπρο. Θα τολμήσουμε να ξαναθέσουμε το ζήτημα της ΕΝΩΣΗΣ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ή θα ζούμε σαν ραγιάδες με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή οι μουλλάες θα μας χαρίσουν μειονοτικά δικαιώματα;

Θα τολμήσουμε να υψώσουμε το ελληνικό μας ανάστημα, την ιστορία μας, την πίστη μας για τα ιδανικά για τα οποία θυσιάστηκαν τα καλύτερά μας παιδιά ή θα μείνουμε ουραγοί του κάθε τσαρλατάνου, του κάθε ηγετίσκου του «ενδιάμεσου χώρου» που θέλει να διαχειριστεί την ήττα του ’74 και να παραδώσει ακόμη και στα χαρτιά πια την Κύπρο στους νεοοθωμανούς;

Βάσος Φτωχόπουλλος
Γιαλούσα
Νομός Αμμοχώστου
Ελλάς

Advertisements

Παιδί μου κάτσε φρόνιμα να γίνεις νοικοκύρης

ÄÇÌÁÑ×ÏÓ ÁÌÌÏ×ÙÓÔÏÕ - ÓÕÍÅÍÔÅÕÎÇ ÓÔÏ ÊÕÐÅ - ÓÁËÁÌÉÍÁ

Σε στιγμές δύσκολες, ο λόγος μας πρέπει να είναι ξεκάθαρος, όπως του Ρώσσου Έρεμπουργκ στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος είπε το περιβόητο ΣΚΟΤΩΣΤΕ ΤΟΝ ΓΕΡΜΑΝΟ. Ένας διεθνιστής, λοιπόν, μπροστά στο δίλημμα να πάρει θέση για τον πόλεμο, δεν δίστασε να στενοχωρήσει πολλούς φίλους του και στη Σοβιετική Ένωση και στην Ευρώπη. ΣΚΟΤΩΣΤΕ ΤΟΝ ΓΕΡΜΑΝΟ, τελεία και παύλα. Την ίδια περίοδο, ο σουρεαλιστής ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος έγραψε ένα ποίημα κάλεσμα για αγώνα εναντίον των κατακτητών, όχι στη γλώσσα της ποίησής του, αλλά σε δεκαπεντασύλλαβο για να γίνει σαφέστατος στον λαό.

 Έως τώρα, είδα δύο αντιδράσεις για την επίσκεψη του ΘΟΚ και των ελλαδίτικων θιάσων στη Σαλαμίνα. Η πρώτη του μεγάλου αρχαιολόγου μας Βάσου Καραγιώργη ήταν σαφέστατη μέσα στην ασάφειά της. Ο Καραγιώργης αρνήθηκε να δώσει μια σαφέστατη απάντηση, παίζοντας συναισθηματικά με τη δική του εργασία στη Σαλαμίνα, ωσάν και το πρόβλημα της παράστασης της Αντιγόνης έχει να κάνει με το ποιος αγαπά τη Σαλαμίνα περισσότερο και ποιος σπατάλησε χρόνια αποκαλύπτοντας τα κάλλη της.

Η δεύτερη αντίδραση ήταν ακόμη πιο μυστηριώδης. Ο μεγάλος μας ποιητής μαζί με τον σκηνοθέτη Φώτο Φωτιάδη συνυπέγραψαν ένα κείμενο μούργο και άχαρο, διφορούμενο και διανοουμενίστικο, που αμφιβάλλω εάν κανείς κατάλαβε τι θέλουν να πουν οι δυο διανοούμενοί μας. Αντί οι δύο αυτοί ογκόλιθοι του σύγχρονου πολιτισμού μας (Καραγιώργης και Χαραλαμπίδης) να παροτρύνουν και να καλούν όλους τους πνευματικούς ανθρώπους να πιέσουν ώστε αυτή η παράσταση να μη γίνει στη Σαλαμίνα, διάλεξαν να μην συγκρουστούν με κανένα κατεστημένο, προφανώς για λόγους δικούς τους. Διάλεξαν τη λογική του «Ναι μεν αλλά» παρά την ξάστερη τοποθέτηση. Αν αυτοί οι δύο μάζευαν άλλες είκοσι υπογραφές, κανένας δεν θα τολμούσε να πάει στα κατεχόμενα και να υποσκάψει με αυτόν τον τρόπο την πολιτεία μας και τον αγώνα που διεξάγουμε για την απαλλαγή της κατοχής και την απελευθέρωση των ιερών και οσίων μας, δηλαδή της τουρκοκρατούμενης πατρίδας μας. Έγραψαν απλώς για να σώσουν το τομάρι τους.

Γιατί δεν υπέγραψαν οι ποιητές; Πού είναι ο Πασιαρδής, ο Κώστας Βασιλείου και οι τόσοι και τόσοι άλλοι ποιητές μας; Πού είναι οι ζωγράφοι και οι εικαστικοί και οι δεκάδες γκαλερίστες και άνθρωποι της τέχνης; Πού είναι οι εκδότες των λογοτεχνικών περιοδικών, Νικ. Ορφανίδης, Ντ. Κατσούρη και Αν. Χατζηθωμάς; Πού να είναι οι διδάξαντες από τον Κουν να ποιουν ήθος, Σταυρινίδης, Κατσαρής, Μπεμπεδέλη και Καυκαρίδης; Πού είναι η κυρία Κατσελή η Κερυνειώτισσα; Πού χάθηκαν και οι πολιτιστικές επιτροπές του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ που τόσο απλόχερα δίνουν βραβεία στους τόσους και τόσους πνευματικούς ανθρώπους αυτού του τόπου; Πού είναι όλοι αυτοί οι μεγάλοι πανεπιστημιακοί με ή χωρίς τον σκύλο τους; Πού είναι ο Πάντζης, ο Σιοπαχάς, ο Χαραλάμπους και όλοι οι νέοι σκηνοθέτες αυτού του τόπου; Πού είναι όλα αυτά τα ελεύθερα θέατρα που ζουν με χρήματα του δημοσίου και με φωνασκίες συνδικαλιστικής οργής για το χαμηλό πολιτιστικό υπόβαθρο του λαού μας;

Είκοσι υπογραφές να μάζευαν οι Καραγιώργης, Χαραλαμπίδης και Φωτιάδης, κανένας Ελλαδίτης και κανένας Κύπριος δεν θα τολμούσε να ασελγήσει στην κατεχόμενη γη μας.

Καδής και Τουμαζής, ΘΟΚ, Λιβαθηνός και Θέατρα της μητέρας πατρίδας ας τηγανιστούν μέσα στο ζουμί τους. Μακάρι να σπάσουν τα λάστιχα των λεωφορείων τους στον δρόμο προς την Αμμόχωστο κι εκεί να τους περιοιπηθούν καταλλήλως οι έποικοι.

Κάνω μια ύστατη παράκληση, να βρεθούν 5-6 ηθοποιοί να πουν το μεγάλο ΟΧΙ για να ακυρωθεί η παράσταση και να σώσουμε λίγη από την αξιοπρέπειά μας.

Βάσος Φτωχόπουλλος

Γιαλούσα, Νομός Αμμοχώστου

Όπως δημοσιεύτηκε στη Σημερινή την Τρίτη 20.9.16

ΤΙ ΝΤΡΟΠΗ

I3hIlrK

Δεν πρέπει να μας κυριεύσει ο θυμός και η απογοήτευση. Έτσι ήταν πάντα αυτός ο τόπος. Πενήντα χρόνια σκλαβιάς και αίφνης λίγο φως προβάλλει απ’ εκεί που δεν το περιμέναμε. Φυσικά, είχαμε και τις μεγάλες στιγμές μας, όπου ανθρωπάκια τύπου σημερινών και παλαιότερων βουλευτών δεν μπορούσαν να επέμβουν ουσιαστικά, διότι τον λόγο τον πρώτο τον είχε ο λαός. Δες EOKA, δες 2004.

Τις τελευταίες μέρες, γίναμε μάρτυρες ενός χυδαίου παιχνιδιού, ενός παιχνιδιού που ακόμα και η Κύπρος είχε καιρό να δει. Μέσα σε μία εβδομάδα το νέο που έφεραν οι βουλευτικές εκλογές σκόρπισε στους ανέμους για να επιστρέψει ό,τι χειρότερο γέννησε αυτή η γη. Δεν εννοώ μόνο την εκλογή Συλλούρη στην προεδρεία της Βουλής ούτε αναφέρομαι μόνο στην άγρια κοροϊδία που έχουμε υποστεί από τον Άντρο Κυπριανού, τον Αβέρωφ Νεοφύτου και τους υπόλοιπους (πούστηδες και παλληκάρια τα κάναμε μαλλιά κουβάρια) του ΔΗΣΑΚΕΛ. Μιλώ και για την ανικανότητα των υπόλοιπων κομμάτων να χαράξουν μία νέα πολιτική στο Κυπριακό για να περισώσουμε τουλάχιστον την αξιοπρέπειά μας, διότι την Κύπρο ΔΕΝ μπορεί να τη σώσει ο αρρωστημένος κοινοβουλευτισμός του νησιού. Την Κύπρο μπορεί να τη σώσει μόνο ο λαός της και μάλιστα αυτά τα τμήματά του που έχουν κάθε λόγο να αμφισβητούν την κυριαρχία των φαύλων, των τραπεζιτών και των τσογλανιών τους σε όλες τις υπηρεσίες. Μιλώ επίσης για τον Ομήρου και τον Νικολαΐδη, μιλώ για όσους έφυγαν από το ένα κόμμα και πήγαν με άνεση σε κάποιο άλλο, μιλώ για τις αντιπολιτεύσεις σε όλα τα κόμματα που δεν χάνουν ευκαιρία να υποσκάπτουν τους παλιούς συντρόφους τους. Μιλώ για όλα τα ερπετά που γλείφουν εκεί που έφτυναν, μιλώ και για τους πρόσφυγες της Κερύνειας που ψήφισαν ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ κορδόνι, ωσάν και είναι δυνατόν να εκπροσωπήσει τάχα ο κανίβαλος τους Κερυνειώτες που έχει στη στομάχα. Μιλώ και για τους Κυπραίους που καθημερινώς θα βρίσκονται στον Πρωταρά να κάνουν τα μπάνια τους, αφήνοντας τον Αναστασιάδη και τον Ακιντζί ανενόχλητους να τελειώνουν με τη δημοκρατία – και την Κυπριακή και την άλλην. Μιλώ και για μας που αντί να είμαστε ήδη στους δρόμους, κλαίμε τη μοίρα μας και μεμψιμοιρούμε. Μιλώ για μας που ακόμη ζούμε με ψευδαισθήσεις.

Ας σκοτώσουμε τον ενδιάμεσο χώρο που έχουμε μέσα μας, ας προχωρήσουμε μόνοι στους δρόμους αφήνοντας πίσω μας και τα κόμματα και τις κινήσεις. Δεν έχουμε να χάσουμε τίποτε. Θα είμαστε λίγοι στην αρχή, δεν πειράζει. Έτσι ήταν και το 2004. Είκοσι εφτά άτομα σε μία υπόγα έδωσαν τον όρκο ότι δεν θα περάσει το σχέδιο Ανάν και έτσι έγινε. Το ίδιο και με το Μαρί. Πέντε εικοσάχρονα είχαν την τόλμη να πουν το «παρών» και φούντωσε ένα από τα πιο μαζικά κινήματα στην ιστορία της Κύπρου. Όσοι πιστοί –και εννοώ στους αγίους μας, τους ήρωές μας και τους ποιητές μας– προσέλθετε. Θέλει αρετήν και τόλμην και μιαν οκκάν αρτζιίθκια η ελευθερία. Το λένε οι ποιητές μας, όχι εγώ.

Μην περιμένεις πια

stelios-kazantzidis

Μην περιμένεις πια να ξανασμίξουμε
και την αγάπη μας να ζωντανέψουμε.
Μην περιμένεις πια, όλα τελειώσανε
αφού τα χείλη σου, αχ, με προδώσανε.

Από τα φαρμάκια που μου ’χεις δοσμένα
σκότωσες ό, τι είχα όμορφο για σένα
κι απ’ τον έρωτά μας μοναχά η κρύα στάχτη
έχει μείνει τώρα μες στην καρδιά.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΛΔΑΡΑΣ

Χρόνια περιμένω να κάνουν την εμφάνισή τους κάποιοι μουσικοί που θα τραγουδούν λαϊκά, όχι προς το τέλος της παράστασής τους, αλλά καθ’ όλη τη διάρκειά της. Μάταια, φυσικά, διότι οι νέοι μας ανακαλύπτουν τα ρεμπέτικα (και καλά κάνουν), σνομπάροντας όμως τα λαϊκά και τα άλλα είδη της μουσικής του τόπου μας. Μένουν προσηλωμένοι στα ρεμπέτικα με μια ευλάβεια που πολλές φορές μπαίνει εμπόδιο στην εξέλιξή τους ως μουσικούς. Μάλιστα, πολλά σχήματα τραγουδούν και παίζουν τα ρεμπέτικα ωσάν να είναι αυτοί ρεμπέτες, πράγμα που φυσικά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Κάποιοι, πιο φανατικοί, τραγουδούν μόνο Βαμβακάρη και παλιούς, πριν τον Τσιτσάνη και τον Παπαϊωάννου, λες και η μουσική μας δεν είναι ενιαία και… εξελισσόμενη.

Φυσικά, υπάρχουν και οι πιο παλιοί μουσικοί, οι οποίοι παίζουν ελαφρολαϊκά, αρχοντορεμπέτικα και ΠΟΤ ΠΟΥΡΙ, με επιτυχίες πολύ γνωστές στον κόσμο και με τη λογική της εύκολης διασκέδασης και του συντονισμένου χορού σε ταβέρνες, κέντρα και καφενεία.

Ανάμεσα στους εμπορικούς παλιούς μουσικούς και στους νέους ιδεολόγους ρεμπέτες, υπάρχει φυσικά ένας τεράστιος πλούτος της ελληνικής λαϊκής μουσικής που μένει ανεκμετάλλευτος, λες και έχουν εκλείψει οι λόγοι άνθησης αυτού του είδους και το σμυρνέικο, τα μουρμούρικα, οι αμανέδες και τα ρεμπέτικα να είναι ανταγωνιστικά με τα λαϊκά. Σπανίως πια θα ακούσεις Καζαντζίδης ή Μπιθικώτση, παρά μόνο το Υπάρχω και το Ένα αμάξι με δυο άλογα. Όσον αφορά τους μεγάλους Γαβαλά, Στράτο, Μοσχολιού, Μενιδιάτη, Αγγελόπουλο, Χατζηαντωνίου, Γιαννακάκη, Πέτρο Αναγνωστάκη, Γιώτα Λύδια, Καίτη Γκρέυ, Πόλυ Πάνου, Στράτο Κύπριο, Περπινιάδη, τον μέγιστο Άκη Πάνου και τόσους άλλους, σπανίως θα τους ακούσουμε.

Τι να συμβαίνει, λοιπόν; Μήπως εξέλειψαν οι λόγοι που έκαναν αυτό το τραγούδι να ανθήσει και να αγαπηθεί από τους Έλληνες ή μήπως εξέλειψαν οι Έλληνες και έχουν μεταλλαχθεί σε κάτι άλλο; Αυτά ας τα απαντήσουν οι κοινωνιολόγοι. Εγώ μόνο διαπιστώσεις μπορώ να κάνω, να πω πως έχει αλλάξει ο τρόπος διασκέδασής μας, η σχέση μας με τη μουσική από τη δεκαετία του ’80 μέχρι σήμερα. Όταν αρχές του ’80 έφερα την πρώτη ρεμπέτικη κομπανία στην Κύπρο έγινε χαμός. Τα παιδιά έπαιζαν λαϊκά, ρεμπέτικα, απ’ όλα και ο κόσμος, κυρίως φοιτητές και νέοι, έδιναν ρέστα κάθε βράδυ, ο καθένας τραγουδώντας τον δικό του πόνο, τα δικά του αχ και βαχ. Μετά, το επόμενο καλοκαίρι, η Κική, ο Πανταζής και ο Σωτηρόπουλος, κυρίως με λαϊκά θα ξεσηκώσουν το μαγαζί με επιτυχίες που λάτρεψαν όλοι οι Έλληνες της δεκαετίας του ’50 και του ’60.

Έκτοτε, τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά. Αλλιώς διασκεδάζει ο κόσμος, άλλη η σχέση του με το τραγούδι. Είναι άξιο αναφοράς και το γεγονός ότι το ακουστικό κοινό έχει χωριστεί στα δυο. Στα ρεμπέτικα και στο ελαφρό λαϊκό, δηλαδή δύο σχολές που δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους. Η αβάστακτη ελαφρότητα των «γλεντζέδων», με τη σοβαροφάνεια των «ρεμπετών» δίνουν το σημερινό στίγμα.

Έχω την εντύπωση πως και τα δύο είδα τρέμουν το λαϊκό, κάπου νιώθουν μια απειλή απ’ αυτό και δεν θέλουν να έχουν πάρε-δώσε μαζί του, σαν να τους προσβάλλει, όπως ο συγγενής της πόλης το σόι του από το χωριό, όπως ο ξιπασμένος αστός χωραΐτης τον εργάτη ή τον αγρότη. Οι νέοι άνθρωποι βολεύονται με το ρεμπέτικο. Έχει την επαναστατικότητά του, έχει τον καημό και έχει και το ασυμβίβαστο με την εξουσία. Οι νέοι προτιμούν το ρεμπέτικο διότι εν γένει στις μέρες μας είναι πολύ πιο κλεισμένοι στον εαυτό τους. Δεν ερωτεύονται εύκολα, ούτε ποθούν γυναίκες/άνδρες με τον ίδιο τρόπο. Ούτε εκφράζονται εύκολα δημοσίως ή ακόμη και μπροστά από τους φίλους τους. Γι’ αυτό και το λαϊκό τούς ενοχλεί, τους τρομοκρατεί κατά κάποιον τρόπο, διότι με το λαϊκό πρέπει οπωσδήποτε να τραγουδήσουν τον πόνο τους, να εκθέσουν το πρόβλημά τους, να πουν για τον χωρισμό τους και να κλάψουν για τα τόσα και τόσα βάσανά τους, που κυρίως προέρχονται από τις σχέσεις ανδρών/γυναικών. Με το λαϊκό πρέπει να καταγγείλεις την προδότρα γκόμενά σου, πρέπει να πεις για τις πισώπλατες μαχαιριές, να κλάψεις για την απώλεια, ακόμα και να ζητήσεις συγγνώμη, να πεις ψέματα ή να τα ρίξεις στην κακιά στιγμή για να δικαιολογήσεις την απρέπειά σου. Το λαϊκό είναι άμεσο, είναι πόνος βαρύς, είναι προσωπικό, είναι κλάμα, κλάμα, κλάμα και πόνος αβάστακτος. Φαίνεται ότι σήμερα οι νέοι δεν ερωτεύονται, δεν παθαίνουν αμόκ με τους έρωτές τους. Φαίνεται, κιόλας, πως οι διαχωριστικές γραμμές δεν είναι τόσο εμφανείς. Δεν υπάρχουν πια φτωχοί και πλούσιοι, εργάτες και κηφήνες, μετανάστες, πρόσφυγες και καθωσπρέπει πολίτες. Όλοι είμαστε τουρλού-τουρλού, ομοιόμορφοι και βράζουμε στο ίδιο καζάνι, το οποίο όμως δεν είναι και τόσο ζεστό για να μας ενοχλεί ιδιαιτέρως.

Ας δούμε όμως κάποια τραγούδια:

Πήρα ένα γράμμα, γράμμα πικραμένο
και μου γράφεις πως δεν θα γυρίσεις πια.
Γιατί γιατί γιατί; (να μια καλή ερώτηση)

Πες μου τι ’σου ’χω κάνει
για να μ’ απαρνηθείς δίχως λόγο
και να μην ξαναρθείς.
(θέλει να ξέρει ο άνθρωπος)

Παν’ οι ελπίδες που ’χα για σένα,
σβήσαν τα όνειρά μου.
Τώρα κατάλαβα πως λησμονιούνται
μάτια που βρίσκονται μακριά.
(τα πάντα χάθηκαν)

Κλαίει ο Αγγελόπουλος, κλαίμε κι εμείς, διότι όλοι έχουμε λάβει αυτό το γράμμα, αυτό το μήνυμα.

Να και μια άλλη εκδοχή:

Μου ’στείλαν ένα γράμμα
φαρμάκι και φωτιά
(και φαρμάκι και φωτιά),
μου γράφουν πως σε είδαν
σε ξένη αγκαλιά.

Μα εγώ να το πιστέψω
ακόμα δεν μπορώ,
γιατί δεν είχες λόγο
να το ’κανες αυτό.

Σπαράζει ο διαμαρτυρόμενος και απορημένος Πέτρος Αναγνωστάκης. Ποιός άραγε να είναι ο λόγος;

Ας δούμε και την άλλη πλευρά, όπου ο άνδρας παραδέχεται πως δεν είναι αλάνθαστος και ζητά συγγνώμη, μέσα στον απέραντό του πόνο. Δηλαδή, πήγε με άλλη, αλλά ικετεύει την «αγάπη» του, με ή χωρίς εισαγωγικά, να τον συγχωρέσει:

Μη με διώχνεις αγάπη μου πρώτη
μη ξεχνάς ότι είμαστε ανθρώποι,
που σε σφάλματα κατρακυλάμε
μα θλιμμένοι μια μέρα γυρνάμε
και με δάκρυ συγγνώμη ζητάμε

Σκληρά με παϊδεύουν οι τύψεις
μη θέλεις κι εσύ να με πνίξεις,
αν έχεις στα στήθια ανθρώπου καρδιά
συγχώρα με αγάπη μου ξανά.

Ο Αναγνωστάκης –προσέξτε τις λέξεις «στα στήθια ανθρώπου καρδιά», όπως λέμε «άδρωπος»– πάει να βγει κι από πάνω, ο πονεμένος.

Να και το μάταιο της υπόθεσης, ο απόλυτος πόνος, όπου η γυναίκα είναι πια σύμβολο της καταστροφής. Το λέει άλλωστε και ένα άλλο υπέροχο τραγούδι:

Γεννήθηκες για την καταστροφή
και ήρθες να γκρεμίσεις μια ζωή,
δε συλλογίστηκες τι πας να κάνεις
μαχαίρι μου ’μπηξες, τρελή, θα με πεθάνεις.

Και τώρα τρελοκόριτσο γελάς,
μα κατά βάθος κλαις και μ’ αγαπάς.

Αχχχχ γιατί να σε γνωρίσω
αχ γιατί να σ’ αγαπήσω.
(τι έπαθα ο καημένος)

Ποιος σου ’πε να ’ρθεις και να μπεις
στον δρόμο της ζωής,
να παίξεις με τον πόνο μου
να κάψεις την ψυχή μου.
(συνεχίζει ο άλλος)

Μαύρη να ’τανε η ώρα κι η στιγμή
που βρέθηκες μπροστά μου,
να μου πικράνεις τη ζωή
να κάψεις την καρδιά μου.

(αρχίζουν και οι κατάρες, αν και είμαι σίγουρος πως αν του έλεγε “εντάξει, σε παίρνω πίσω” θα πήγαινε βουρητός)

Ήμουνα λεύτερο πουλί
και είχα την υγειά μου
είχα την ησυχία μου
το γέλιο τη χαρά μου.

(εξηγεί και κλαίει τη μοίρα του ο Μενιδιάτης)

Και εγώ, στο τραπέζι που τα πίνω λείπει το ποτήρι της και ευτυχώς που υπάρχει και ο Καζαντζίδης να μου κρατά συντροφιά. Μου έτυχε να κάθομαι σε τραπέζι, μαζί με τη γκόμενά και την ερωμένη μου και πάλι να τραγουδώ αυτό το τραγούδι με πάθος, ωσάν και να μη μπορώ να ζήσω χωρίς τη γυναίκα του τραγουδιού.

(άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου)

Ας δούμε τώρα ένα από τα διαλογικά τραγούδια της εποχής, όπου ο άνδρας και η γυναίκα βγάζουν με τη σειρά τους τα εσώψυχά τους:

Κάποις μου είπε απόψε, αγάπη μου,
ότι με πονάς και δε με ξεχνάς.
Μου ’πε πως σε είδε για μένα να κλαις
τ’ όνομά μου να λες.

(παραπονιέται η Γιαννακάκη και απαντά ο Θεσσαλός)

Μη νομίζεις πως κι εγώ σε ξεχνάω
και δεν κλαίω για σένα.
Αχ με τα στήθια πληγωμένα γυρνάω
και με μάτια κλαμένα.
Πότε θα ’ρθεις, γλυκιά μου αγάπη
πότε θα ’ρθεις, γλυκιά μου αγάπη.

(η Γιαννακάκη στο τέλος βγάζει και συναινετικό συμπέρασμα, κάτι σαν κάθαρση)

Για να σβήσει ο καημός
κι ο σκληρός χωρισμός.

Υπάρχουν βέβαια και οι αντιδράσεις στην αδικία, όπου ο άλλος δεν αντέχει και θέλει να μείνει μόνος με τον πόνο του.

Δεν πουλάω την καρδιά μου
ούτε την πετώ,
μα την έδωσα σε σένα
γιατί σ’ αγαπώ.

Ούτε σου ζητώ συμπόνια
να με λυπηθείς.
Φύγε κι άσε με μονάχο
και μη ξαναρθείς.

(βογγάει ο Γαβαλάς)

Μα ο Καζαντζίδης επιμένει πως είναι αθώος, αν και παραδέχεται, εμμέσως πλην σαφώς, ότι ποθεί σεξουαλικά και θανάσιμα την κοπέλα.

Ποιος σου ’πε κούκλα μου,
ποιος είν’ αυτός,
που σου είπε δεν σ’ αγαπώ
και θέλω μονάχα να παίξω μαζί σου.

Εμένα η καρδιά μου λαχαταράει
να γίνει ταίρι με τη δική σου
(τάχατες θέλει να την παντρευτεί)
και τα φλογισμένα μου τα χείλη
μιλούνε μόνο για το φιλί σου,
αμάν για το γλυκό φιλί σου.
(αλλά η φλόγα για το φιλί δε σβήνει με τίποτα)

Aπο χείλη άτι ξέρει κι ο Χατζηαντωνίου :

Εσύ που χάρισες σε μένα την καρδιά σου,
την αγκαλιά, τα νιάτα σου, την ομορφιά σου,
δεν το περίμενα ποτές μου από σένα,
πως σ’ άλλον άνδρα τα φιλιά σου έχεις δοσμένα,
φαρμακωμένα χείλη, φαρμακωμένα χείλη.

(ενώ παραδέχεται πως του χάρισε τα πάντα, δεν το περίμενε πως θα συμπεριφερόταν ως πουτάνα και να πήγαινε με άλλον άνδρα)

Έδωσαν τα φιλιά τους πάνω στα δικά μου,
στον πονεμένο τον μεγάλο έρωτά μου
και πήραν ότι όμορφο είχα κοντά μου
φαρμακωμένα χείλη, φαρμακωμένα χείλη.

Το λαϊκό τραγούδι δεν είναι απελευθερωτικό, ούτε ανεβάζει το επίπεδο του λαού, ούτε όμως ισχυρίστηκε ποτέ κάτι τέτοιο. Το λαϊκό τραγούδι είναι η πονεμένη ψυχή των ανθρώπων που σκύβουν το κεφάλι, όχι για να προσκυνήσουν κάποια εξουσία, αλλά για να μετρηθούν με τα βάσανά τους. Ο λαϊκός άνθρωπος, που πάει να εκλείψει πια, έτσι κι αλλιώς τραγουδά για τις χαμένες του αγάπες, για τις μαχαιριές και τις προδοσίες, από οικεία ή μη πρόσωπα. Τραγουδά σε κάθε άκουσμα ενός τραγουδιού διαφορετικά πράγματα. Η Μαντουμπάλα πότε είναι η γυναίκα του, πότε η ερωμένη του. Μπορεί, όμως, να είναι η Σαμψούντα του, η Κερύνεια του, η Γιαλούσα του, μπορεί να είναι και η ξενιτεμένη κόρη του, μπορεί να είναι ακόμα και η άρρωστη μάνα του.

Ό,τι και να είναι «με μάτια κλαμένα στους δρόμους γυρνώ, μια αγάπη καινούργια ζητάω να βρω». Αυτά έχει το λαϊκό τραγούδι, να ταξιδεύει σε έναν άλλον κόσμο, έτσι για να περάσει κι αυτή η νύχτα, να σηκωθούμε την επομένη, να πάμε δουλειά, να ταΐσουμε την οικογένειά μας, να μας τα πάρει το κράτος, να μας γαμήσουν οι τράπεζες… και η ζωή να συνεχίζεται μέσα στην ίδια αθλιότητα. Ώσπου να έρθει ο Τσιτσάνης και να μας δώσει αυτή τη μικρή ελπίδα που ακούει «τον χτύπο μόνο της καρδιάς που μας βαφτίζει ανθρώπους», που λέει κι ο Σαββόπουλος. Ώσπου να έρθει ο Τσιτσάνης να μας ανοίξει τα μάτια και τα αυτιά σε άλλους κόσμους.

Μην απελπίζεσαι και δεν θ’ αργήσει
κοντά σου θα ’ρθει μια χαραυγή,
καινούργια αγάπη να σου ζητήσει,
κάνε λιγάκι υπομονή.

Αν είστε ανυπόμονοι, βάλτε Σαββόπουλος, Ντύλαν, Αλί Καν, Φαϊρούζ και Κιγκς. Βάλτε όλους τους νέγρους μπλουζίστες, πάλι με ένα κόμπο στο στομάχι θα μείνετε. Βλέπετε, η μουσική ούτε ενώνει ανθρώπους -σαχλαμάρες των προοδευτικών αυτές- ούτε κάνει επαναστάσεις. Απλώς μας κρατάει ζωντανούς για την επόμενη μέρα. Tον καθένα ξεχωριστά, τον καθένα με τον πόνο του κι εγω ακόμη κι εγώ με την φωνή της Γιώτας Λύδιας να επιμένω:

 «όσο είσαι μακρυά μου στάζει αίμα η καρδιά μου
θα πεθάνω κι ειναι κριμα στην φτωχή μου αγκάλη
γύρνα, πάλι γύρνα γύρνα»

(πάλι γύρνα πάλι γύρνα γαμώ το)

 B.Φ.

Εφημερίδα Όναγρος

MOXAMEΝT AΛI

Muhammad Ali v Sonny Liston

Ένας ήρωας της γενιάς μου, νέος σχετικά, πέθανε τις προάλλες για ν’ αφήσει πίσω του μία απίστευτη κληρονομιά, όχι μόνο για τους μαύρους της Αμερικής, αλλά για όλο τον κόσμο, o Μοχάμεντ Αλί ή Κάσιους Κλέυ, όπως ήταν γνωστός όταν άρχισε την καριέρα του ως πυγμάχος. Πολλοί μαύροι εκείνην την εποχή, όπως και ο Μοχάμεντ Αλί, επέλεξαν να αλλαξοπιστήσουν και να γίνουν μέλη του Nation of Islam, υιοθετώντας μάλιστα ισλαμικά ονόματα. Ήταν τότε που η τεράστια πλειοψηφία των μαύρων ήταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας, τότε που ελάχιστοι μαύροι ήταν μέρος του συστήματος και μέρος της παγκόσμιας ελίτ αφαίμαξης των λαών του κόσμου.

Είχα την τύχη να δω από την τηλεόραση αρκετές μάχες του Αλί. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήταν ένας πολύ σπουδαίος πυγμάχος και αθλητής. Αυτό, όμως, δεν του ήταν αρκετό. Ήξερε ότι το σύστημα δεν είχε πρόβλημα με τους νέγρους αθλητές, φτάνει να έμεναν οι υπόλοιποι μαύροι nigers, δηλαδή σκυλοαραπάδες που λέμε στην αργκό. Ο Αλί, όμως, δεν τους έκανε το χατίρι. Όσο εκρηκτικός ήταν εντός του ρινγκ, άλλο τόσο ήταν και εκτός. Κατέβαζε γλώσσα προς τους λευκούς τόσο πολύ που εάν δεν ήταν μαύρος, ακόμα και οι λευκοί θα τον αντιπαθούσαν. Όμως ασκούσε σε όλους μας μία απίστευτη γοητεία. Μιλούσε εγωιστικά, έλεγε ότι ήταν ο καλύτερος και προέβαλλε τον εαυτό του σαν κάτι εξωγήινο, όμως όλοι τον λατρεύαμε. Ο λόγος απλός. Ήταν μαύρος, ένα παιδί του λαού που κατάφερε να γίνει πρώτο θέμα σε ολόκληρο τον κόσμο, ένας αθλητής που πήγε κόντρα στο σύστημα και αρνήθηκε να καταταχθεί στον αμερικανικό στρατό για να υπηρετήσει στο Βιετνάμ και πλήρωσε το τίμημα. Θα μπορούσε να δεχτεί να μην πάρει όπλο, αλλά να καταταχθεί στον στρατό και να υπηρετήσει ως entertainer, αλλά αρνήθηκε να γίνει το πιθηκάκι των Αμερικανών.

Τότε οι Αλί μιλούσαν στις καρδιές μας. Ήταν το Βιετνάμ, οι διαδηλώσεις, το κίνημα των νέγρων και των Αφρικανών, ήταν οι αθυρόστομοι Μαύροι Πάνθηρες με τις περιβόητες γροθιές τους στους Ολυμπιακούς του ’68, ήταν και οι Ρόλλινγκ Στόουνς, οι Μπιτλς, ο Ντύλαν, οι Κινκς, η μαριχουάνα και το κίνημα των χίππις. Δεν μας πείραζε η «γλώσσα» του Αλί όπως σήμερα μας πειράζει η γλώσσα και το στυλάκι του Ρονάλντο, διότι ο Αλί έμπαινε μέσα από το σύστημα στο σύστημα και έδινε κουράγιο σε εκατομμύρια ανθρώπους. Ο αππωμένος Ρονάλντο είναι λευκός και μέρος του συστήματος. Όσο κι αν θαυμάζει κανείς το ταλέντο του, άλλο τόσο μισεί την εικόνα του. Άσε που δεν είναι «the greatest».

Καταθέτω και το προσωπικό μου πάθος για το Αλί, παρ’ ότι αρχικώς στενοχωρήθηκα όταν ασπάστηκε το Ισλάμ. Κατανοούσα όμως τη λογική του, γι’ αυτό και δεν κράτησα κακία. Λοιπόν, ο Αλί έκανε κόσκινο το λαμπρό αστέρι των Εγγλέζων, τον Μπράιαν Λάντον. Του έριξε μέσα σε τρία δευτερόλεπτα καμιά δεκαριά ππουνιές και ο Λάντον έπεσε σαν το λέσιιν. Ήταν σαν να έβλεπα τον Χάρντινγκ και τα άλλα σκυλιά της αποικιοκρατίας να κείτονται στο έδαφος. Μία άλλη φορά, πάλι με Άγγλο πυγμάχο, τον Χένρυ Κούπερ, λίγο ήταν να πάθω καρδιακό επεισόδιο. Ο Κούπερ έριξε τον Αλί στο έδαφος με ένα ισχυρό λεφτ χουκ και ολόκληρη η παμπ σηκώθηκε όρθια ζητωκραυγάζοντας. Ευτυχώς, σηκώθηκε και ο Αλί και μετά από λίγα λεπτά σωριάστηκε κάτω και το είδωλο των Άγγλων κι έτσι ανάσανα κι εγώ. Τέτοιο ήταν το μίσος μας για τους Άγγλους. Τότε ακόμα κι εμείς οι Κυπραίοι ήμασταν «μαύροι».

Κύριε Αλί, σ’ ευχαριστώ για όλες τις ωραίες στιγμές της καριέρας σου.

Υ.Γ.: Με ένα λεφτ χουκ σαν αυτό του Χένρυ Κούπερ σώριασα κι εγώ τον Αλέκο Μιχαηλίδη όταν ήταν 14 χρόνων στο σπίτι του. Mου έκανε μαγκιές και προκαλούσε. Eγώ, χοροπηδώντας σαν πεταλούδα και τσιμπώντας σαν σφήκουας, του αμόλησα την φημισμένη μου λεφτ χουκ. Δυστυχώς, δεν υπήρχαν κάμερες για να απαθανατίσουν το γεγονός. Ευτυχώς, το παραδέχεται.

ΘEΛΩ NA KANΩ EMETO

ΠτΔ- Δικοινοτικής Τεχνικής Επιτροπ

Όταν είδα τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στην Κωνσταντινούπολη να χαριεντίζεται με τους άλλους ηγέτες στη διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών, μου ήρθε να ξεράσω. Τι γυρεύει ο Πρόεδρός μας στην Κωνσταντινούπολη, εάν δεν είναι για να υπενθυμίσει στον Ερντογάν και στον ΟΗΕ ότι η Τουρκία κατέχει τη μισή Κύπρο; Ποιο νόημα είχε η αποχώρησή του, επειδή ήταν εκεί ο φίλος του ο Ακιντζί; Ποιος περιπαίζει ποιον; Δεν είναι ο ίδιος ο Αναστασιάδης που μας παρουσιάζει τον Ακιντζί ως τον συνέταιρό μας στο νέο κρατίδιο που κυοφορούν; Δεν είναι ο Αναστασιάδης που τον πήρε στο Νταβός και σε άλλα φόρα; Γιατί ξαφνικά τον έπιασαν τα εθνικιστικά του; Προφανώς το αποτέλεσμα των εκλογών δεν άφησε αδιάφορο τον Αναστασιάδη. Ξέρει πότε πρέπει να βγάζει προς τα έξω την ελληνική σημαία και τις φουστανέλες ο Αναστασιάδης. Μόλις στριμώχνεται, αντί να δέρει το σάμα και να φωνάξει Όχι στην κατοχή και Έξω οι Τούρκοι από την Κύπρο, φοράει τα τσαρούχια και παριστάνει τον Έλληνα. Κάνω εμετό χωρίς να έχω πάρει «εμετικό», όπως έπαιρναν οι παρακμιακοί Ρωμαίοι για να ξαναφάνε και να σπάσουν απ’ το πολύ φαΐ.

Μετά από λίγες ώρες, είδα τους δύο φίλους ξανά από την τηλεόραση να χαριεντίζονται και να μιλάνε σε 10χρονα παιδιά, Ελληνόπουλα και Τουρκόπουλα. Σκέτο παιδομάζωμα. Έψαξα να βρω την Κουρσουμπά, την προστάτιδα των παιδιών, μα ήταν άφαντη. Έκανα ξανά εμετό. Σαν είδα τα σκίτσα των δύο ηγετών μας, ξέρασα και τα σωθικά μου. Και οι δύο ζωγράφισαν σαν παιδιά, ο ένας την Κύπρο και ο άλλος κάτι σαν κλαδιά και ένα πουλί. Ο δικός μας έγραψε UNITED FEDERAL REPUBLIC OF CYPRUS και ο Τούρκος UNITED FEDERAL CYPRUS. Δηλαδή, και οι δύο καταργούσαν την Κυπριακή Δημοκρατία και την ίδια στιγμή όλα τα σκουπίδια, ντόπια και ξένα, χειροκροτούσαν. Φυσικά, δεν βρέθηκε ούτε ένας έστω και μετά να ζητήσει την παραίτηση του Αναστασιάδη. Ούτε ο Παπαδόπουλος ούτε ο Λιλλήκας ούτε ο Περδίκης ούτε ο Σιζόπουλος ούτε η Θεοχάρους, μα ούτε και ο Άντρος Κυπριανού και το ΕΛΑΜ. Έχουμε δηλαδή τον Πρόεδρό μας να μας λέει ξεκάθαρα πως το όραμά του είναι η κατάργηση της Δημοκρατίας και η μετατροπή μας σε Εγγλεζούθκια και ο περιβόητος ενδιάμεσος χώρος όπως και οι κομπινιστές δεν βρήκαν μία λέξη να πουν για να διαμαρτυρηθούν. Από το ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ στο ΔΕΝ ΞΕΡΝΩ η αντιπολίτευση. Δεν βρέθηκε ούτε ενας δικηγόρος να τους κινήσει αγωγή για την κατάργηση της Δημοκρατίας. Εγώ, όμως, δεν νιώθω καλά. Μια ξινίλα με πιάνει στο στομάχι και σε λίγο αδειάζω τα σωθικά μου και την ψυχή μου απελπισμένος στην αυλή του σπιτιού μου. Μικρή παρηγοριά ο Σαββάκης μου, ο οποίος, σε ένδειξη συμπαράστασης, κάνει εμετό κι αυτός, μόνο που ο καημένος ξέρασε επειδή κατάπιε κάποιο κοκαλάκι, όχι επειδή καταπίνει καθημερινώς τα σκατά της κυπριακής πολιτικής σκηνής.

Εξουθενωμένος, ακούω και το μαντάτο πως νέος Πρόεδρος της Βουλής είναι ο λινοβάμβακος (το πρωί αντιστασιακός, το βράδυ αναστασιαδικός) από την Ποταμιά Δημήτρης Συλλούρης. Δεν έκαμα εμετό ούτε ένιωσα κάποια ζάλη ούτε είχα ξινίλες στο στομάχι.

Ένιωσα, όμως, κάτι στον εγκέφαλο. Ένιωσα σαν τον ηλίθιο, τον βλάκα και, για να είμαι ειλικρινής, ένιωσα και κάτι σεξουαλικό. Ένιωσα μαλάκας ολκής, διότι εγώ –και αυτό είναι είδηση– ψήφισα Θεοχάρους. Ψήφισα την φίλη μου την  Θεοχάρους διότι ένιωθα και πίστευα ότι κάτι το καινούργιο θα έφερνα στην πολιτική μας ζωή, έστω και αν δεν ήμουν καθόλου σύμφωνος με τη συμμαχία της με το ΕΥΡΩΚΟ. Το δέχτηκα αυτό, όπως δέχτηκα με πολλούς ενδοιασμούς και τη δικαιολογία της ότι έπρεπε να μην αφήσει τη θέση της στην Ευρωβουλή. Ήλπιζα ότι η Αλληλεγγύη θα έπαιζε έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ενοποίηση των μικρών και αντιδιζωνικών κομμάτων. Συνέβη, όμως, το αντίθετο. Δεν φτάνει που ουσιαστικά διέσπασε τον χώρο αυτόν, μας έβγαλε και τον Συλλούρη Πρόεδρο της Βουλής μαζί με τον ΔΗΣΥ. Τώρα κάνω εμετό, εγώ που εκδίδω εφημερίδα με υπότιτλο ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗ, να βρίσκομαι στο ίδιο στρατόπεδο με αυτούς που χρόνια τώρα πολεμώ. Εγώ, που έχουν δει πολλά τα μάτια μου, να είμαι μάρτυρας και συμμέτοχος σε ένα τεράστιο φιάσκο. Είπα τον πόνο μου σε διάφορους φίλους στην Αλληλεγγύη, για να εισπράξω φτηνές δικαιολογίες από κομματόσκυλα χειρότερα απ’ αυτά του Συναγερμού.

Να λοιπόν, εκεί που χάρηκα που επιτέλους κάτι έγινες στις βουλευτικές εκλογές και μπήκαν όλα τα αντιδιζωνικά κόμματα στη Βουλή, η χαρά μου δεν άντεξε και πολύ. Ήρθε η διάψευση αμέσως. Είναι βρώμικος ο τόπος ή απλώς είναι βρώμικοι οι πολιτικοί; Ψευτοδίλημμα αυτό. Το πραγματικό δίλημμα είναι άλλο. Θα τους αφήσουμε να μας καταστρέψουν τις ζωές μας ή θα αντισταθούμε σε όλους τους κυπριλλήδες; Νοείται ότι αν γίνουν εκλογές την άλλη Κυριακή, η Αλληλεγγύη θα δυσκολευτεί να περάσει το 1% και η αποχή θα είναι πάνω από 50% – τέτοιαν εντύπωση έκαναν οι τελευταίες εξελίξεις στον κόσμο.

Τώρα μαζεύω το στομάχι μου, παίρνω τα χάπια μου, εναποθέτω τις ελπίδες μου, όπως πάντα, στον λαό και στα πεζοδρόμια. Τώρα ξερνώ, αλλά δεν ξεχνώ. Μαζεύω τα όπλα μου και ετοιμάζομαι για τη μεγάλη μάχη στους δρόμους, εκεί που θα κριθεί εάν θα είμαστε η τελευταία γενιά των Ελλήνων σ’ αυτόν τον τόπο. Δεν συμφωνώ ότι την κατάθλιψη, την απογοήτευση και τη διάψευσή μας μπορούμε να την καταπολεμήσουμε με χάπια και ψυχιάτρους ούτε με το να κάτσουμε στα βραστά μας ούτε με το να μεταναστεύσουμε. Άλλωστε, πού να πάμε; Θα την καταπολεμήσουμε με το να βγούμε στους δρόμους, ώστε να καταλάβουν, και οι ΔΗΣΑΚΕΛικοί και οι υπόλοιποι, ότι δεν αστειευόμαστε. Τη μάχη για την πατρίδα θα τη δώσουμε όποιο κι αν είναι το κόστος. Η ΔΔΟ δεν θα περάσει ούτε η Κύπρος θα γίνει προτεκτοράτο των Τούρκων και των Ελλήνων γενίτσαρων. Μόνο πάνω από τα πτώματά μας τζι ας γινεί το γαίμαν μας αυλάτζιιν. Σκατένοι!

Πανεθνική Εισήγηση: Το Ελληνικό Πρόταγμα 2016

Το κείμενο που ακολουθεί δεν είναι το τελικό. Το δημοσιεύουμε όμως από τώρα, ώστε οι συναγωνιστές μας, οι συντρόφοι μας και οι φίλοι μας να μπορέσουν να επισημάνουν τις ελλείψεις, τις παραλείψεις ακόμη και τα λάθη ώστε στο εγγύς μέλλον να έχετε όλοι στα χέρια σας ένα πιο ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ πρόταγμα. Προς το παρών, υπογράφουμε αυτό το κείμενο συμβολικά, μόνο τρία άτομα. Όταν θα ξαναδημοσιευτεί σε σχήμα μπροσούρας, θα είναι το αποτέλεσμα πολλών ανθρώπων από Κύπρο και Ελλάδα, με στόχο να διευρύνουμε και τα θέματα του προτάγματος αλλά και την ομάδα που θα αναλάβει να συντάξει τα κείμενα, αλλά και να βάλει μπρος την δημιουργία μιας πανεθνικής κίνησης που θα δώσει σ’ ένα πρώτο στάδιο τις θεωρητικές βάσεις του όλου εγχειρήματος. Αναμένουμε γραπτώς τις εισηγήσεις σας και της παρατηρήσεις σας.

Β.Φ.

5-cebcceb1ce90cebfcf85-1821-e1bca1-e1bc90cf80ceb1cebdceaccf83cf84ceb1cf83ceb9cf82-cebeceb5cebaceb9cebde1beb6-cf83cf84e1bdb4cebd-cf83ceb1

Για μια νέα πορεία

Εδώ και δεκαετίες πάμε στις κάλπες με το ζόρι. Πάμε να ψηφίσουμε (ή δεν πάμε καθόλου) για να αναδείξουμε τους άρχοντές μας, όχι αυτούς που πραγματικά θα θέλαμε, αλλά αυτούς που θεωρούμε λιγότερο επικίνδυνους, λιγότερο διεφθαρμένους. Δεν ψηφίσαμε ποτέ με την όρεξή μας, με τα είκοσί μας νύχια, που λέει ο λαός μας, ούτε ψηφίσαμε ποτέ για τα ιδανικά μας. Πάντα ψηφίζουμε είτε το μη χείρον βέλτιστον είτε για να μη βγει ο μεγαλύτερος εχθρός ή ο πιο επικίνδυνος είτε ψηφίζουμε στην τύχη μέσα στην απελπισία και τα αδιέξοδά μας. Από το 1974 και μετά, ψηφίζουμε τους εκπροσώπους της μιας ή της άλλης ομοσπονδίας ή της «σωστής ομοσπονδίας». Ουσιαστικά, δηλαδή, είμαστε τα θύματα ενός πολιτικού παιχνιδιού που δεν λέει να σταματήσει. Ακόμη και όταν εμφανίζονται μικρότερα κόμματα ή κινήσεις, δεν εκφράζουν μιαν άλλην πολιτική τοποθέτηση, αλλά τη δυσαρέσκειά τους για τα μεγάλα κόμματα και τις κυρίαρχες ιδεολογίες του ομόσταυλου ΔΗΣΑΚΕΛ.

Ψήφος με βάση την ομοσπονδία ή την ελευθερία;

Κάθε διετία περίπου, ψάχνουμε απεγνωσμένα να δικαιολογήσουμε την ψήφο μας, έτσι για να μη νιώθουμε εντελώς άχρηστοι. Ψάχνουμε τις πιο αντικατοχικές δυνάμεις, ενώ στην ουσία γνωρίζουμε ότι οι φωνασκίες τους δεν είναι για την ανατροπή της κατοχής ή την ανάδειξή της σε παντιέρα του αγώνα μας, αλλά για τη θέση τους στο νέο πολίτευμα που θα διαμορφωθεί με βάση την «ήττα» του 1974. Η ομοσπονδία με το σωστό ή όχι περιεχόμενο δεν είναι τίποτε άλλο παρά η διαπραγμάτευση με τον εισβολέα για το ποιο ψίχουλο θα μας δώσει από την πίτα των κατοχικών δεδομένων. Ακόμη και αυτοί που καταφέρονται εναντίον της ΔΔΟ στον νου τους δεν έχουν κάτι άλλο παρά ξανά την ομοσπονδία, δηλαδή έναν διακανονισμό που αφήνει έξω την πιο βασική μας θέση, που είναι προφανώς η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, η απελευθέρωσή μας από τους Τούρκους.

Με τα χρόνια, η εμμονή μας στα εθελούσια μειωμένα δικαιώματα μας οδηγεί σιγά σιγά σε μια νάρκωση του εγκεφάλου, υπερβολικά επικίνδυνη. Φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε εμείς οι ίδιοι ακόμη και τη ρητορεία περί ελευθερίας και απελευθέρωσης ως κάποιου είδους ονείρωξης και σωβινισμού. Φτάσαμε εμείς οι ίδιοι να θεωρούμε τη διεκδίκηση της Κερύνειας έναν εξτρεμισμό και μιαν εκτός τόπου και χρόνου απαίτηση. Ακόμη κι εμείς πέφτουμε στο λούκι που παρουσιάζει την ελευθερία ως κάτι ανέφικτο και μαξιμαλιστικό.

Βουλευτικές εκλογές 2016 εν μέσω διλήμματος

Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, αποκλείοντας το ΔΗΣΑΚΕΛ από τις επιλογές μας, μένουμε με το ΔΗΚΟ, την ΕΔΕΚ και τα άλλα μικρά κόμματα ή κινήσεις. Τη Συμμαχία Πολιτών, το Κίνημα Οικολόγων, την Αλληλεγγύη και το ΕΥΡΩΚΟ. Μένουμε, δηλαδή, στις φραστικά αντικατοχικές δυνάμεις με πρόσωπα που έχουν δείξει ήδη δείγματα γραφής, χωρίς προφανώς να περάσουν ούτε τις εξετάσεις ούτε τα όρια της μετριότητας, τουλάχιστον στην πλειοψηφία τους. Το δίλημμα είναι φυσικά υπαρκτό: Είτε με τους προδότες του ΔΗΣΑΚΕΛ είτε τουλάχιστον με τις δυνάμεις που δεν θέλουν την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, δηλαδή τα μικρά και νερόβραστα κόμματα.

Από αυτό το δίλημμα αρχίζουν κάθε φορά που έχουμε εκλογές και οι δικές μας αλχημείες. Ο καθένας από εμάς γίνεται γελοίος για να δικαιολογήσει την επιλογή του. Ψηφίζουμε και ύστερα μας πιάνει η κατάθλιψη. Ψηφίζουμε για να επιβεβαιώσουμε τον κανόνα πως η ψήφος μας πάει χαμένη και οριοθετεί την απογοήτευσή μας. Εγκλωβιζόμαστε στη λογική των κυρίαρχων ιδεολογιών και παραμένουμε πιόνια, έστω κι αν θεωρούμε τους εαυτούς μας πιο προχωρημένους ή πιο σώφρονες από τους άλλους. Ακόμη και αυτοί που απαξιούν και δεν ψηφίζουν ή αυτοί που ρίχνουν λευκό στην ίδια μοίρα βρίσκονται. Αδυνατούν να είναι ΠΟΛΙΤΕΣ, αδυνατούν να παίξουν έναν θετικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας άλλης πολιτικής πρότασης. Αυτοί μπορεί να δικαιολογούνται, διότι μπορεί και να μην έχουν άλλην πολιτική πρόταση, εμείς όμως δεν έχουμε καμιά δικαιολογία, διότι και πρόταση έχουμε και την ιστορία με το μέρος μας.

1821-holevas

Η δική μας ευθύνη

Αυτή φυσικά είναι και μία από τις μεγάλες μας αποτυχίες. Δηλαδή, το γεγονός ότι εδώ και δεκάδες χρόνια δεν έχουμε καταφέρει να διαμορφώσουμε έναν πόλο συσπείρωσης του κόσμου, όχι γύρω από τις θέσεις μας (αυτό το έχουμε καταφέρει), αλλά έναν πόλο που να μπορεί να επεμβαίνει στην κοινωνία ακόμη και σε εκλογικές αναμετρήσεις. Αντ’ αυτού, κάθε φορά καλούμε τα μικρά κόμματα να συνενωθούν για να αντιμετωπίσουν το ΔΗΣΑΚΕΛ και να χαράξουν μιαν άλλην πορεία, ενώ είναι γνωστό ότι η άλλη πορεία που μπορεί να οραματίζονται τα μικρά κόμματα δεν είναι επί της ουσίας διαφορετική από αυτήν του αμαρτωλού ΔΗΣΑΚΕΛ. Καλούμε, δηλαδή, τους εαυτούς μας να συμμετάσχουν σε μιαν ψευδαίσθηση κάποιας αλλαγής που ίσως γεννήσει κάποιες άλλες λογικές, ενώ γνωρίζουμε πολύ καλά πως αμαρτωλό υπήρξε και το ΔΗΚΟ και η ΕΔΕΚ και όλες οι άλλες πολιτικές δυνάμεις. Τόσα χρόνια αυτοί βρίσκονται στην εξουσία, αυτοί έχουν φέρει τον λαό στα χάλια που είναι, αυτοί δημιούργησαν αυτήν την ασπόνδυλη κοινωνία των καθησυχασμένων ναινέκων και των πατριωτών της πολυθρόνας και της αισχροκέρδειας.

Επειδή ήμασταν πάντα εναντίον της ίδρυσης κομμάτων, θέλουμε να ξεκαθαρίσουμε κάτι: Δεν υποστηρίζουμε την ίδρυση κόμματος ούτε καν κάποιας οργάνωσης. Απλώς σημειώνουμε πως έφτασε ο καιρός να αλλάξουμε πορεία, να δούμε τους εαυτούς μας κατάματα και να κάνουμε αυτό που λέει ο νους και η ψυχή μας. Δεν γίνεται πια το πιο προχωρημένο κομμάτι της κοινωνίας μας να πλέει στον ίδιο βούρκο με τους υπόλοιπους νεο-νεοκύπριους. Είμαστε Έλληνες και ως Έλληνες θα πρέπει να συμπεριφερθούμε.

Η σημερινή κατάσταση

Σήμερα, το έθνος των Ελλήνων δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο το πρόβλημα της κατοχής των Τούρκων (ούτε μόνο τις απειλές τους), τις απειλές των Αλβανών, των Σκοπιανών, των υπόλοιπων γειτόνων ή τους κινδύνους που προκύπτουν από τη μεγάλη συσσώρευση των προσφύγων και των μεταναστών. Σήμερα, το έθνος είναι υπόδουλο οικονομικά και στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Οικονομικά δεν σημαίνει μόνο οικονομικά. Σημαίνει πως η κυριαρχία μας είναι περιορισμένη, με αποτέλεσμα να απωλέσουμε και την εθνική μας κυριαρχία και πολλά άλλα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Σήμερα, το έθνος μας τελεί υπό την κατοχή και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των τραπεζών. Με τις διαστάσεις που παίρνει το μεταναστευτικό δε κινδυνεύουμε να μετατραπούμε σε μουσουλμανικό κρατίδιο ή σε πέρασμα των τζιχαντιστών για την Ευρώπη, αν όχι σήμερα τις επόμενες δεκαετίες και, ως γνωστόν, οι δεκαετίες είναι ζήτημα δευτερολέπτου μέσα στην ιστορία.

Η Τουρκία, που είναι και ο μεγάλος μας εχθρός, δεν κατέχει μόνο τη μισή Κύπρο και τη Μικρά Ασία, κατέχει και το μισό Αιγαίο ουσιαστικά, μιας και εμείς δεν μπορούμε να το υπερασπιστούμε. Ό,τι δεν κατέχει, όπως είναι η ΑΟΖ και η υφαλοκρηπίδα, παλεύει σθεναρά να το αποκτήσει, είτε με ειρηνικούς τρόπους είτε διά της διπλωματίας, κάποτε και με τη γνωστή της μέθοδο, το «μπούλιινγκ». Ευτυχώς που υπάρχουν ακόμα οι Κούρδοι, αλλιώς οι Τούρκοι μπορεί να τέλειωναν με την Κύπρο υπογράφοντας τη ΔΔΟ και να άρχιζαν με μικροεπεμβάσεις στο Αιγαίο (Καστελόριζο, ξερονήσια, βραχονησίδες) και στη Θράκη. Όπως και να έχουν τα πράγματα στη Μέση Ανατολή, εμείς δεν δικαιούμαστε να μην επαγρυπνούμε και να μην ετοιμαζόμαστε για τα χειρότερα. Ήδη οι Τούρκοι θεωρούν πως το μισό Αιγαίο είναι δικό τους και με χάρτες προς το ΝΑΤΟ διεκδικούν τα νησιά μας, οι ανεκδιήγητοι. Αν η Ελλάδα θελήσει να υπερασπιστεί την εθνική της ανεξαρτησία, τότε οι συρράξεις με τους Τούρκους θα είναι αναπόφευκτες και τότε πώς θα περιοριστεί η διαμάχη μόνο στα νησιά και δεν θα φτάσει στην Κύπρο; Προφανώς και θα φτάσει και προφανώς εμείς θα καταργούμε την Εθνική Φρουρά και προφανώς τα παιδιά μας θα είναι ικανοποιημένα που θα κάνουν 14 μήνες θητεία. Όποιος δεν κατανοεί την ανάγκη ενίσχυσης της άμυνας ΤΩΡΑ και σημαντικά και ουσιαστικά είτε είναι βλάκας είτε συνειδητός προδότης. Τώρα έφτασε η στιγμή, όχι μόνο για ένα νέο ενιαίο αμυντικό δόγμα, το οποίο δυστυχώς δεν υπάρχει, αλλά και για κοινούς σχεδιασμούς αντίστασης σε περίπτωση που η Τουρκία μας επιτεθεί ή με άλλους τρόπους υφαρπάξει εδάφη και νησιά ή σε περίπτωση που συνεχίσει να εξάγει τις εσωτερικές της αντιθέσεις σε εμάς, όπως κάνει με τη δουλεμπορία, με τους μετανάστες, είτε αν προβεί σε νέες εισβολές σε περίπτωση που υποστεί ήττες στη Μέση Ανατολή και χάσει εδάφη από τους Κούρδους.

Αναζήτηση συμμαχιών;

Έως τώρα, είδαμε ότι κανείς δεν μπορεί να μας προστατεύσει – ούτε τα Ηνωμένα Έθνη ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Τόσα χρόνια εμμονής στα Ηνωμένα Έθνη και το μόνο που μας έφεραν ήταν το κατάπτυστο σχέδιο Ανάν. Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα. Η ένταξή μας στην ΕΕ δεν τη σταμάτησε από το να θέλει τη συνέχιση και την επαναφορά του σχεδίου Ανάν ούτε τη σταμάτησε από το να υποδουλώσει οικονομικά Ελλάδα και Κύπρο. Είναι σαφέστατο ότι είμαστε ΜΟΝΟΙ μας. Ελλάδα και Κύπρος έχουν ουσιαστικά ο ένας τον άλλον, αυτή είναι η πικρή αλήθεια. Παρά τα μαύρα της τα χάλια, η Ελλάδα είναι ο μόνος ουσιαστικός σύμμαχός μας. Χωρίς την ύπαρξη της Ελλάδας, την Κύπρο θα την είχε καταβροχθίσει όχι μόνο η Τουρκία, αλλά και άλλες «συμμαχικές» δυνάμεις, όπως το Ισραήλ, η Αίγυπτος, ο Λίβανος και τώρα η Βουλγαρία. Η Κύπρος χωρίς την Ελλάδα δεν μπορεί να τα βάλει με την Τουρκία και όσοι πιστεύουν το αντίθετο αιθεροβατούν στην καλύτερη περίπτωση. Εδώ, μαζί με την Ελλάδα, θα πρέπει να αναπτύξουμε τις σωστές συμμαχίες ούτως ώστε να υπάρξουν θετικές συγκυρίες για να έχουμε ελπίδες νίκης, αφού πρώτα κάνουμε τεράστιες θυσίες για να προετοιμαστούμε.

Όλη αυτή η αντικατοχική φιλολογία δεν είναι τίποτε άλλο από το αδιέξοδό μας. Φωνάζουμε για τα κατεχόμενα χωριά μας, για τους ιερούς τόπους μας, περιμένοντας από τους ισχυρούς του κόσμου να μας λυπηθούν και να μας βοηθήσουν να επιστρέψουμε στον «χαμένο παράδεισό» μας. Οι ισχυροί, όμως, δεν είναι φιλανθρωπικά ιδρύματα ούτε σωματεία δικαιοσύνης, γι’ αυτό και όλοι συμφωνούν με τη ΔΔΟ, επειδή θα δώσει σε εμάς την ψευδαίσθηση ότι κάτι παίρνουμε και θα δώσει και στην Τουρκία αυτό που ήθελε επίσημα από το 1974: τον έλεγχο όλης της Κύπρου και την κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ελευθερία και ΕΝΩΣΙΣ

Η αντικατοχική ρητορεία, όπως και η λογική κατάληξή της στην ομοσπονδία με το «σωστό» ή όχι περιεχόμενο, είναι το μέγιστο πολιτικό ζητούμενο της εποχής. Εμείς δεν μπορούμε να είμαστε συνοδοιπόροι σε αυτήν την αθλιότητα. Ως αναπόσπαστο κομμάτι του έθνους, ζητάμε την εθνική μας απελευθέρωση, την εθνική μας αποκατάσταση. Θέση μας, δηλαδή, είναι η ΕΝΩΣΙΣ, το ιστορικό αίτημα του λαού μας, το αίτημα για το οποίο χύσαμε το αίμα μας, το αίτημα που λάμπει στις καρδιές μας, με τους ήρωές μας πρωτοπόρους σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας. Θέση μας, λοιπόν, είναι η απελευθέρωση των κατεχόμενων εδαφών, όχι για να μοιραστούμε το νησί με τους Τούρκους, αλλά για να φύγουν ΟΛΑ τα τουρκικά στρατεύματα. Μαζί τους να φύγουν και όσοι Τούρκοι δεν θέλουν να ζήσουν σε μία δημοκρατική, ορθόδοξη, ελληνική Κύπρο.

Γι’ αυτό και είναι αναγκαία η οργάνωσή μας σε πανελλήνιο πια επίπεδο. Μια κίνηση, δηλαδή, που θα έχει έδρες και τη Λευκωσία και την Αθήνα, μια κοινή οργάνωση για την απελευθέρωση του έθνους. Μια οργάνωση που θα δρα αυτόνομα αλλά και συντονισμένα στους δύο πόλους του Ελληνισμού. Δεν θα μπούμε στη λογική να λογοδοτήσουμε για το ακραίο των θέσεών μας. Οι θέσεις μας δεν είναι ούτε ακραίες ούτε εξτρεμιστικές. Είναι η δική μας αλήθεια, η αλήθεια της ψυχής και της καρδιάς μας. Εμείς δεν ζητούμε να υποδουλώσουμε κανέναν λαό, καμιά ομάδα, κοινωνική ή εθνική, εμείς διεκδικούμε το αυτονόητο, την ελευθερία του λαού μας. Τώρα αν ο λαός μας θεωρεί ότι είναι κάτι ξεχωριστό από τον υπόλοιπο ελληνικό λαό, αυτό είναι δικό του πρόβλημα και δική του αλλοτρίωση και ας την αποβάλει όσο πιο γρήγορα γίνεται, πριν η άποψή του για ένα νέο κυπριακό έθνος τον εξαφανίσει από αυτό το νησί.

«Ενδιάμεσος χώρος»

Όσο και να ριζοσπαστικοποιηθεί ο λεγόμενος ενδιάμεσος χώρος, δεν μπορεί να ξεπεράσει τα νεοκυπριακά ιδεολογήματά του ούτε τις καταβολές του. Γι’ αυτό, άλλωστε, όλες αυτές οι δυνάμεις επιμένουν στη συμμαχία με τους Τουρκοκύπριους για μία παραδεισένια Κύπρο που υποτίθεται είχαμε πριν εισβάλουν οι Τούρκοι. Το γεγονός ότι οι Τουρκοκύπριοι, στην τεράστια πλειοψηφία τους, θέλουν δικό τους τον βορρά (τα λάφυρα του 1974) και συνέταιρο τον νότο ΔΕΝ προβληματίζει κανέναν. Ούτε προβληματίζει κανέναν ότι οι Τ/κ έχουν πια ενσωματώσει την τουρκική ιδεολογία, έστω κι αν κάποτε κάποιοι από αυτούς κλωτσούν εναντίον των ηγεμονικών θεωριών του νεοοθωμανισμού και του κεμαλισμού. Ούτε προβληματίζει κανέναν ότι ακόμη και αυτοί οι Τουρκοκύπριοι που αγωνίζονται σθεναρά για τη διαφύλαξη της Κυπριακής Δημοκρατίας και για μία «κυπριακή λύση» είναι επαίσχυντα ανθέλληνες.

Ο «ενδιάμεσος» αυτός χώρος, καθαρά κυπροκεντρικός, αρνείται να έχει οποιανδήποτε επαφή με την Ελλάδα. Θεωρεί την Ελλάδα ως μιαν άλλη χώρα, κάπως φιλική μεν, αλλά ξένη δε, ανεξαρτήτως αν κάπως συνδεόμαστε με τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα έθιμα κτλ. Ακόμα και μ’ αυτά που συνδεόμαστε υπάρχει πρόβλημα, γι’ αυτό και ιδεολογικά τουλάχιστον ο χώρος αυτός δεν διαφέρει από το ΔΗΣΑΚΕΛ και προσπαθεί να βρει και να τονίσει τις κυπριακές ιδιαιτερότητες, σε αντίθεση πάντα με την ελληνική μας παράδοση. Αποτέλεσμα αυτής της σχιζοφρένειας είναι και το γεγονός πως ενώ μιλάμε για διαφώτιση στο εξωτερικό, αγνοούμε πάντα την Ελλάδα και προσπαθούμε, με κάθε τρόπο, να «ρίξουμε» το εθνικό κέντρο, για να φανούμε εμείς έξυπνοι. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαία όλη αυτή η απόπειρα να μοιραστούμε τον πολιτισμό μας με τους Τουρκοκύπριους. Με την παρότρυνση, μάλιστα, ξένων πρεσβειών, ξεφυτρώνουν κοινές ομάδες τραγουδιστών, χορευτών κτλ. Φυσικά, οι χοροί και τα τραγούδια είναι ελληνικά, αλλά σιγά σιγά έχουν υιοθετηθεί και από τους Τουρκοκύπριους, με αποτέλεσμα πια να παρουσιάζονται ως δική τους δημοτική παράδοση, ούτε καν
«ελληνοκυπριακή». Ακόμη και «τουρκοκυπριακό λεξικό» έχει κυκλοφορήσει με τουρκικές λέξεις που χρησιμοποιούμε στην κυπριακή διάλεκτο, την οποίαν προσπαθούν απεγνωσμένα να μετατρέψουν σε ΓΛΩΣΣΑ.

Αυτό που θέλουμε να τονίσουμε είναι το ότι ο λεγόμενος ενδιάμεσος χώρος δεν έχει όραμα διαφορετικό από το ΔΗΣΑΚΕΛ (πλην της ΔΔΟ), άρα δεν έχει και άλλην προοπτική. Και στην εξουσία να βγει, το μέγιστο που μπορεί να κερδίσει είναι η προσωρινή απόρριψη της ΔΔΟ, χωρίς όμως να θέτει θεμέλια για μια νέα πορεία.

Μπορούμε

Αυτό μπορούμε να το κάνουμε μόνο εμείς, οι εθνικά σκεπτόμενοι Έλληνες, η ριζοσπαστικοποιημένη νεολαία μας, οι πρόσφυγες, τα φτωχά στρώματα των αγροτών και των εργατών. Γενικά, ο κόσμος που παραμένει πιστός στην ελληνικότητα και στην ορθοδοξία. Δεν είμαστε λίγοι και ούτε έχουμε μείνει προσκολλημένοι σε άλλες εποχές. Έχουμε τις πιο ξεκάθαρες θέσεις, όχι μόνο στο εθνικό ζήτημα, αλλά σε όλα τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα του έθνους. Έχουμε όραμα για το έθνος μας, έχουμε όραμα για την κοινωνία μας, που δεν ταυτίζεται με τα οράματα του ΔΗΣΑΚΕΛ ή του ενδιάμεσου χώρου. Έχουμε όραμα για την Ελλάδα, μιαν Ελλάδα μακριά από την παγκοσμιοποίηση, μιαν Ελλάδα του πολιτισμού και της προκοπής, μιαν Ελλάδα που δεν θα είναι ούτε αμερικανοκρατούμενη ούτε αγγλοκρατούμενη ούτε ευρωκρατούμενη ούτε φυσικά δορυφόρος των νεοσουλτάνων της Τουρκίας.

Θέλουμε, λοιπόν, μιαν Ελλάδα ανεξάρτητη, που θα παράγει και δεν θα είναι παράσιτο της κεφαλαιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού. Θέλουμε μιαν Ελλάδα που θα απορρίψει το σημερινό οικονομικό μοντέλο και θα παράξει μιαν ντόπια ιδεολογία για τις ανάγκες του έθνους και του λαού μας. Θέλουμε μιαν Ελλάδα που δεν θα καταναλώνει σαν τρελή όλα τα αχρείαστα σκουπίδια των μητροπόλεων, μιαν Ελλάδα που θα ταΐζει και θα περιθάλπει τα παιδιά της, που θα τα αναγιώνει για να γίνουν δημοκρατικοί και δημιουργικοί πολίτες.

Θέλουμε μιαν Ελλάδα που θα μυρίζει Ελλάδα, με ελληνικές οικουμενικές αρχές και αξίες, μιαν Ελλάδα μοντέρνα αλλά όχι ξιπασμένη, μιαν Ελλάδα ζωντανή και όχι στο κυνήγι του λάιφσταϊλ, μιαν Ελλάδα στα όρια μιας ανθρώπινης ζωής, στα μέτρα και στα γούστα μας.

ΕΝΩΣΙΣ ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ

Δεν τρέφουμε αυταπάτες. Για να φτάσουμε στην Ένωση θέλει δουλειά πολλή, θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους, όμως δεν είναι ανάγκη να περιμένουμε την πολυπόθητη στιγμή. Μπορούμε από τώρα, ως δύο ελληνικά κράτη και κυρίως ως δύο λαϊκά κινήματα, να αρχίσουμε να διεκδικούμε, να βάλουμε σε τροχιά βούλησης τα οράματά μας. Είναι απαράδεκτο που δεν υπάρχει, αλλά είναι και αρκετά εύκολο να θέσουμε ένα πλαίσιο κοινής ελληνικής παιδείας, σε Ελλάδα και Κύπρο, καθώς και ένα κοινό πολιτιστικό πρόγραμμα. Το ίδιο ισχύει και με τον στρατό, όπου ήδη υπάρχει ένα νομικό πλαίσιο, ήδη η Ελλάδα είναι εδώ, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Επίσης, σε επίπεδο υγείας και οικονομίας, είναι απαράδεκτο που δεν εκμεταλλευόμαστε την Κύπρο με τις διαφορετικές της καιρικές συνθήκες για να ταΐζουμε ολόκληρο τον Ελληνισμό. Χρειάζεται να δουλέψουν τα πανεπιστήμιά μας για να είμαστε αυτάρκεις σε τρόφιμα, να μην αναγκαζόμαστε να εισάγουμε ακόμη και φρούτα. Είναι επίσης απαράδεκτο που ξοδεύουμε τόσα χρήματα για να θεραπεύονται οι ασθενείς μας στο Ισραήλ και στην Αγγλία, όταν η ιατρική της Ελλάδας είναι παγκοσμίως γνωστή και πολύ πιο φτηνή. Οι κοινοπραξίες σε πολλά επίπεδα μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, ακόμα και κάτω από τις σημερινές συνθήκες, μπορούν να αποδώσουν τα μέγιστα, φτάνει εμείς να πιέσουμε τις κυβερνήσεις μας, ούτως ώστε να πάψουν να είναι υποτελείς και να δουν το συμφέρον του λαού. Ας αρχίσουμε με ένα κοινό τηλεοπτικό κανάλι, εκφραστή του ελληνικού πολιτισμού, εκφραστή αυτής της νέας Ελλάδας.

Εμπρός να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα

Είμαστε πολλοί. Θα εκπλαγείτε. Ας αρχίσουμε να στήνουμε ομάδες συζήτησης, πρώτα ας έλθουμε σε επαφή με ανάλογες ομάδες στην Ελλάδα και επιτέλους ας δράσουμε μαζί, ενωμένοι, μονιασμένοι και έτοιμοι για μεγάλες μάχες και θυσίες. Μπορούμε. Είναι μαζί μας οι αγωνιστές του ’21, είναι μαζί μας ολόκληρο το κίνημα αντίστασης του μεσοπολέμου, είναι μαζί μας οι ήρωες του ’55, είναι μαζί μας η Παναγιά. Όχι τα «χασαμπουλιά» ούτε οι καταληψίες ούτε τα λαμόγια, αλλά η αφρόκρεμα του έθνους μας.

Βάσος Φτωχόπουλλος
Ελενίτσα Ευτυχίου
Αλέκος Μιχαηλίδης