ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Περπατούσα στην παραλία του Μούσιη στη Γιαλούσα με κάποιον συγχωριανό μου, ή μήπως ήταν κάποια κοπέλα, δεν θυμάμαι. Θυμάμαι όμως πως η θάλασσα ήταν όπως την είχα αφήσει το 1962, ακόμη κι οι μαυρόβραχοι βαθιά μέσα φαινόντουσαν ακριβώς όπως τότε. Προχωρήσαμε ανατολικά πιτσιλλίζοντας τα πόδια στη θάλασσα χωρίς να μπαίνουμε μέσα. Προς το τέλος της παραλίας όλα φαινόντουσαν διαφορετικά. Κάποιοι είχαν σκάψει τους βράχους πολύ βαθιά, σαν να ’θελαν κάποια στιγμή να διοχετεύσουν νερά της θάλασσας και να φτιάξουν μια τεχνητή λίμνη, ίσως για λόγους τουριστικούς, δεν ξέρω. Η σκαμμένη έκταση ήταν μεγάλη και γυάλιζε, φαίνεται τα πετρώματα ήταν τέτοια. Πάντως στο χωριό πρώτη φορά έβλεπα τέτοια πετρώματα. Εμείς προχωρήσαμε κατά μήκος της σκαμμένης έκτασης για να περάσουμε προς τον δρόμο, όταν συναντήσαμε μια μεγάλη πορεία κυρίως ηλικιωμένων ανθρώπων, κυρίως γυναικών. Οι γυναίκες ήσαν όλες μαυροντυμένες όπως παλιά. Είδαμε και τον παπά του χωριού, φαινόταν πολύ ταλαιπωρημένος, να ηγείται της πομπής. Σύντομα καταλάβαμε πως ήταν κηδεία. Φάνηκαν τα δυο φέρετρα και ακούγονταν οι γριές που μοιρολογούσαν. Οι γριές κρατούσαν πάνω τους πέτρες, πέτρες πολλές, προφανώς απ’ αυτές που έσκαψαν κάποιοι προηγουμένως μόνο που αυτές οι πέτρες ήταν κόκκινες, σαν αυτές που βρίσκει κάνεις στα κοκκινοχώρια. Η πομπή, μου είπε κάποιος συγχωριανός που πρώτη φορά με έβλεπε μετά από 50 χρόνια, πήγαινε προς κάτι αρχαία ερείπια ενός ναού, που παλιά οι πιο μεγάλοι μας έλεγαν ότι εκεί έβρισκαν πανέμορφα αγαλματάκια και τα φύλαγαν να μην τους τα κλέψει κανένας. Οι Τούρκοι,είπαν οι συγχωριανοί, είχαν απαγορεύσει να γίνει η κηδεία στην κατεστραμμένη Αγία Μαρίνα με τη δικαιολογία ότι ήταν «κατεστραμμένη». Απαγόρευσαν να γίνει η ταφή στο κοιμητήριο του χωριού και ο παπάς θεώρησε σωστό, μιας και δεν γίνεται να έχουν ορθόδοξη ταφή, να γίνει η  νεκρώσιμη ακολουθία σε ερείπια αρχαίου ναού. Ο νους όμως εμένα δεν έμεινε σε αυτά. Σκεφτόμουν συνεχώς τις γριές με τις πέτρες αγκαλιά. Το κόκκινο του χώματος είχε λερώσει τα μαύρα τους ρούχα. Δεν ξέρω πώς, όμως κατάλαβα πως τις πέτρες τις κουβαλούσαν για να γίνουν ένα με τη γη, να θαφτούν και αυτές κάτω απ’ τη γη να μην τις βρουν οι Τούρκοι. Κάπως έτσι φωτίστηκε το μυαλό μου.

Συνέχεια