Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΙΓΑΙΟΝ

ΑΠΟΕΛΙΣΤΑΣ ΕΙΝΑΙ…

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Είναι σε όλους μας γνωστό πως οι αποελίστες αποτελούνται κυρίως από δυο διαφορετικές κατηγορίες Χωραϊτών. Πρώτη κατηγορία είναι όλα τα μαμμόθρεφτα της Λευκωσίας, παλιά και νέα, κάτι σαν τους φλώρους της Τσέλσι και του Παναθηναϊκού, ενώ η δεύτερη κατηγορία είναι οι άγριες φυλές των ενωτικών γριβικών προλετάριων της Χώρας και των γύρω απ’ αυτήν αγροτικών φτωχών πληθυσμών. Νοείται ότι εμείς γράφουμε και για τις δυο κατηγορίες, οι οποίες πολλές φορές, όχι μόνο συγκρούονται αναμεταξύ τους, αλλά φτάνουν και στα πρόθυρα ενός ιδιόμορφου εσωτερικού πολέμου.

Πολλοί θεωρούν ότι το ποδόσφαιρο είναι σπορ, ένα άθλημα. Άλλοι πιο αφελείς πιστεύουν πως είναι ένα ευγενέστατο άθλημα, το οποίο διασύρεται κάποιες φορές λόγω των χουλιγκάνων. Τίποτα δεν είναι πιο αναληθές. Το ποδόσφαιρο είναι πόλεμος φατριών, είναι η συνέχιση της ζωής και της πολιτικής με άλλα μέσα. Το ποδόσφαιρο είναι το όπιο του λαού, ένα σκληρό ναρκωτικό μαζικής χρήσης και μαζικής επιρροής στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων.

Δεν είμαστε, όμως, εδώ για να κάνουμε κοινωνιολογικές αναλύσεις. Είμαστε εδώ για να γελάσουμε με τους ίδιους τους εαυτούς μας, για πράγματα που κάνουμε και λέμε για τις ομάδες μας ωσάν να είμαστε φονταμενταλιστές μουντζαχεντίν. Κάνουμε χιούμορ για να εξορκίσουμε το κακό.

Πως να μην γελάσεις δηλαδή ή να κλάψεις κιόλας, όταν ξέρεις προσωπικά αποελίστες που σχεδόν δεν έχουν να φάνε και όμως είναι αδιανόητο να μην παν στην Αγία Πετρούπολη για να δουν την ομάδα τους να παίζει με την «αδελφή» ΖΕΝΙΤ; Πως να μην φυρτείς στα γέλια ή τα κλάματα όταν, πριν και μετά την πρόκριση του ΑΠΟΕΛ στους 16, οι ίδιοι αποελίστες, έξω απ’ το Ερμιτάζ, φωνάζουν σαν τους πελλούς ΕΛΛΑΣ ΡΩΣΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, χωρίς κανένας να μπει μέσα στο Ερμιτάζ να δει τι πράγμα είναι αυτή η Ρωσσία; Μάλιστα, ένας, ρωτηθείς από κάποιον φίλο του για τα κάλλη της Πετρούπολης, απήντησε «σαν την Κύπρον εν έσιει, μεν ακούεις πελλάρες». Τουτέστιν, οι αποελίστες δεν διαφέρουν ουσιαστικά από τους άλλους Κυπραίους, αν και αποτελούν, τουλάχιστον ποδοσφαιρικά, την πιο πετυχημένη εκδοχή τους.

Ας γελάσουμεν λοιπόν με τους αποελίστες και ας βάλουμε και τα κλάματα με τον φανατισμό τους. Όμως, ας μην ξεχνάμε και την σοβαρή πτυχή των οπαδών των λαστιχάρηδων, των Ελλήνων της Λευκωσίας. Ας μην ξεχνάμε ότι σχεδόν μόνο αυτοί μας δίνουν ψίχουλα χαράς και ανάτασης σε αυτό το ακελοκρατούμενο μουντό πολιτικό τοπίο. Σχεδόν μόνο αυτοί αντιστέκονται ουσιαστικά στις ορδές του ΑΚΕΛΙΚΟΥ ΑΤΤΙΛΑ, σχεδόν μόνο αυτοί ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ και βάζουν τα πράγματα στις θέσεις τους. Ας μην ξεχνάμε πως μόνο αυτοί δείχνουν τον δρόμο του πως πρέπει να παλεύει ο αδύνατος και μικρός λαός εάν θέλει να έχει επιτυχίες έναντι του τρομερού εχθρού. Κυρίως, ας μην ξεχνάμε ότι μόνο οι άγριες φυλές των Ελλήνων της Κύπρου μπορούν να βάλουν τέρμα στον ΑΚΕΛΙΚΟ ΟΔΟΣΤΡΩΤΗΡΑ.

Εμείς, ως παλαιοί και νεοφώτιστοι αποελίστες, ένα σας λέμε. Ακόμη και αν ηττηθούμε κατά κράτος, πάλι εδώ θα είμαστε να τραγουδάμε τους ύμνους του έθνους μας, τους θρήνους του λαού μας, τις μικρές και μεγάλες χαρές της καθημερινής μας ζωής. Μπορεί κι εμείς να έχουμε τα αΐπια μας, όμως την πατρίδα μας δεν θα την αφήσουμε ποτέ μόνη. Ίσως οι μόνοι που δεν θα την αφήσουν μόνη να είναι οι φυλές των Ελλήνων.

Μπορείτε να το προμηθευτείτε από τα γραφεία των Εκδόσεών μας, στο βιβλιοπωλείο «Γιαλούσα» (Έκτορος 40-42, Λευκωσία). Πληροφορίες στο 99541221

Advertisements

Πρόλογος Κώστα Ζουράρι στον «Ακάθιστο Ύμνο»

Χαῖρε Λόγε Λόγου Ἀχωρήτου

Χαῖρε ἡ χώρα τοῦ Ἀχωρήτου, ἣν ὁ Λόγος διώδευσε μόνος. Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, δίοδος τοῦ ὑπὲρ τὸν λόγον Λόγου. Ἀκάθιστος διέξοδος ἀπὸ τὸ ὑπόγειον τῆς φθορᾶς στὸ ὑπέργειον τῆς ὀμορφιᾶς. Ἐδῶ, σ’ αὐτὴν τὴν οὐρανοδρόμον Χώραν τοῦ Ἀκαθίστου, ναί, ὕμνος ἅπας ἡττᾶται! Πῶς, τάχα, θνητός, μὲ βρότειον φθέγμα, νὰ καλλιλογήσει τὴν θεορρήμονα καλλιφθεγξίαν τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου; Πῶς νὰ φθέγγεται, πεπερασμένος, ξεπεσμένος αὐτός, αἶνον γιὰ τὸν Ὕμνον, μὲ τὰ φθαρτά του λόγια, τὰ λασπωμένα τῆς χωματερῆς του;

Κι ὅμως! Ἡ ὑπεράρρητος εὐφθεγξία τοῦ Ἀκαθίστου προτείνει ὑπεραχρόνως σὲ ὅλους ἐμᾶς, τοὺς γεώδεις προσωρινούς, φθόγγους ἀφράστως μελῳδούς. Τόνους ἐλευθερωτικῆς σιωπῆς σημαντικούς: χαῖρε σιγῆς δεομένων, ἡ ὑπὲρ τὴν πλάσιν πίστις! Σιγῆς ἡμῶν, τῶν ἀναλωσίμων χθαμαλῶν, ὥστε αὐτόθι καὶ αἰὲν νὰ ὑπερεκλάμψει ἡ ἀκρουρανία Ἐλευθερία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου. Καὶ ὁ ἐλευθέριος Ἀκάθιστος νὰ μᾶς ταξιδέψει στὰ ἐκεῖνα, τὰ Ἐπέκεινα, ἐκεῖ ὅπου ὁ Λόγος κατενίκησε ἀκαταπαύστως τὴν φθορά! Ἐκεῖ! Στὰ πέραν τῶν ἐκεῖ, ὅπου ἡ Ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι γίνεται γιὰ μᾶς, ἀνεκπτώτως, ἡ συντρίψασα τῷ Τόκῳ της τὰς πύλας Ἅδου.

Ἀκαθίστου Ὕμνου μολπὴ Ἐλευθερίας! Γραφῆς γεγραμμένων λόγων, Σύ, Ἐλευθώ, Ἀντάρτη μυητικοῦ λόγου, Σύ, Ἐλευθερία μας… Κι ἐμεῖς, πρεσβείαις Σου, ἀπελεύθεροι. Διότι στὰ δικά σου ὑπερανελκυσθέντες, στῆς παναγίας Ὁλκάδος τὸ καλλίλογον καύχημα: ἡ ἀναβασιὰ τοῦ ἕλληνος Ἀκαθίστου Λόγου πρὸς τὸν ὑπὲρ τὸν λόγον Λόγον. Δι’ ἐκρήξεως τοῦ γραμμικοῦ, τοῦ κατὰ λόγον λόγου τῶν χθονίων θνησιγενῶν.

Τώρα, ἐδῶ, στὴ Χώρα τοῦ Ἀκαθίστου Λόγου, ἀνθρώπειος ὕμνος ἅπας ἡττᾶται, ὅτι ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί, κίβδηλοι ψαγμένοι καὶ κενοὶ φενακισταί. Τώρα, ἐδῶ, στὴ Χώρα τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ἄρχεις Σύ, μόνη ἀκτίς. Ἀδύτου φέγγους βολίς. Πυρίμορφου Λόγου κρηπίς. Χωρὶς τὰ βεβορβορωμένα τῆς κάθε Ἀρχῆς, πυριφθόγγου Κράτορος, Σύ, λιβυρνίς. Χωρὶς τὰ ἀρχολίπαρα τῆς κάθε καθεστωτικῆς εἱρκτῆς.

Σύ, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα, καὶ τὰ σάπια ψόφησαν! Τὰ διχαστικὰ κατεποντίσθησαν! Τὰ νεκρόφιλα ἐνάντια κατενικήθησαν: χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα! Ἡ ποὺ μᾶς ὁδηγεῖς στὸ ταὐτό, στὴν ταυτότητα τῆς Ἐλευθερίας μας, καί κατανικᾶς τἀναντία. Στὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο τὰ ἐναντία, ὅλα πρὶν μεταξύ τους ἄντην, νοσταλγοῦν καὶ γεύονται τώρα τὸ συνάντην. Τὴν Συνάντησιν: παρθενίαν καὶ λοχείαν μαζί, κατάσβεσιν καὶ ἀνάφλεξιν μαζί. Τὸ Συναμφότερον θάμβος. Ὁδὸς ἄνω κάτω, μία καὶ ἑωυτή, Σύ, φθορᾶς φθορά. Χαῖρε, δι’ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις.

Χαῖρε Κάλλος Λόγε κι ὁ Λαὸς ὑπερυψοῦται.

Στὸν Ἀκάθιστο ἡ χωμάτινη ξεπεσμένη μας φύση ἀποπειρᾶται ἀπόπειραν: μέσα ἀπὸ τὰ πεπερασμένα, κτιστὰ ὅρια τῆς ἡγεμονίδος ἑλληνίδος αὐδῆς, ἡ πόλις τῆς ἀνθρώπινης λάσπης, δι’ ἐκστατικῆς ἑλληνικῆς καταιγίδος τῶν λέξεων, θέλει νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸ Ἄναυδον. Μὲ τὸν θροῦν τοῦ Κάλλους, θρόισμα γαληνιαίας Σιγῆς: οἱ μὲν λόγοι ἔργον τοῦ παρόντος αἰῶνος εἰσίν, ἡ δὲ Σιωπή, μυστήριον τοῦ Μέλλοντος. Μύησις τοῦ ἐν σαρκὶ περιπολοῦντος πτωτικοῦ θεοῦ-πολίτη, διὰ τοῦ φθαρτοῦ ῥητοῦ, στὸ μυστήριον τοῦ Ὑπεραῤῥήτου. Διὰ τοῦ ξεπεσμένου γραπτοῦ.

Καί, ἐξαίφνης, ἐδῶ καὶ χαμαί, ἐν Ἀκαθίστῳ Ὕμνῳ, ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἄνω θρώσκει τὰς προσῳδίας, λέξις ψιλή, φράσις φθαρτή, νοσταλγίας γλῶσσα, κτιστὴ ἐν Ἀκτίστω: παρηχήσεις, συνιζήσεις, καθιζήσεις τῆς λογικῆς, τεντωμένες ἐξάρσεις ἐννοιῶν, ποὺ νὰ σπάσουν, λόγια ἀντιφατικὰ σὲ ὁμοιοτέλευτα ἀντιῤῥητικά, τείνουν…Τείνουν, ἐντείνουν. Πρός. Λόγια μεταξύ τους, κατὰ κόσμον ἀσύμβατα, παράλογοι δισσοί λόγοι, ἐριστικοὶ ἀλλήλοις, ποὺ τείνουν… Τείνουν, ἐντείνουν. Πρός…Πρός τὸν Ὑπὲρ τὸν λόγον Λόγον. Ὅπου τὰ ἐδῶ τοῦ Ἀκαθίστου γραπτὰ ὀξύμωρα γίνονται ἀπερίγραπτος Λόγος. Κι ὁ Λαός ὑπερυψοῦται… Καὶ ἴσως θεοῦται: καλλίλογος λαός, πολιορκημένος ἀπὸ τὴν φθορά. Ἐπανεστημένος ἀπὸ τὴν Ὀμορφιά. Ἀκάθιστος Λαός, Ἐλεύθερος πολιορκημένος. «Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων».

Ὀξύμωρα ἀντιφατικὰ θεόμορφα.

«Χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα (τὰ) πάντα»!

Μά, πῶς τὸ παράλογον τοῦτο; Ποιὰ θέση ἐπέχει στὴν τάξη τοῦ ὀρθοῦ λόγου; Τί λογικὴ ἰσοῤῥοπία εἶναι αὐτὴ ἡ λογικὴ ἀταξία; Ἂν βαστάζεις ἐσὺ τὸν βαστάζοντα τὰ πάντα, τότε ὁ βαστάζων τὰ πάντα δὲν βαστάζει τὰ πάντα! Ἄρα, λογικὴ ἀσυναρτησία;

Ναί, ἀλλὰ καὶ ὄχι! Διότι: καί, ναί, λογικὴ ἀσυναρτησία καὶ ὄχι, διότι λογικὴ συνάρτησις ἐν ὑπερβάσει ἀσυναρτησίας. Ναί, ἐδῶ συμβαίνει ὀξύμωρον σχῆμα, θεόμουρλο, ποὺ τείνει πρός, ἐντείνει τὸ λογικῶς ὀξύμωρον διὰ τῆς ὑπὲρ τὸν λόγον λογικῆς ὑπερεκτάσεως τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου: ἐδῶ συμβαίνει Ἀκαθίστου τὸ Συναμφότερον. Καὶ ἡ Παναγιὰ βαστάζει τὸν βαστάζοντα τὰ πάντα Χριστόν, καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ὀξυμώρῳ, ὁ Χριστός, ναί, βαστάζει τὰ πάντα, ἄρα καὶ τὴν βαστάζουσαν αὐτὸν Βρεφοκρατοῦσα! Ναί! Λογικὸν ὀξύμωρον, ὑπερλογικῶς θεούμενον, ποὺ μᾶς ἐντείνει ἐμᾶς τοὺς χωμάτινους καὶ μᾶς ἐπεκτείνει πρός. Πρὸς τὴν θέωσιν. Μέσα ἀπὸ τὴν τεντωμένη ἀποθέωση τῆς κατὰ κόσμον γραμμικῆς μας λογικῆς. Πού, ἔτσι γραμμένη, σὲ ἀπερίγραπτη, ὀξύμωρη λογικὴ ἀταξία, μᾶς νουθετεῖ, Νοῦς αὐτή, κατὰ Χάριν, πρὸς τὸν Ἀπερίγραπτον Λόγον: ἵνα ὦσιν Ἕν, ἡ ἀνθρώπινη στραβόλεκτη λασπωμένη οὐσία καὶ ὁ Ὑπερούσιος: δυνητικόν, Ἀκαθίστου λέξεως Συναμφότερον… Ὀξύμωρη μορφὴ ἀνθρωπείου λόγου, ποὺ τείνει πρός, ἐκτείνει πρὸς τὴν εὐ-μορφίαν Μορφὴν τοῦ ὑπὲρ τὸν λόγον Λόγου. Ἕν. Ἀνίσως καὶ ἴσως. Καί, πέραν.

«Χαῖρε ὕψος δυσανάβατον ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς, Χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς»!

Παρὰ λόγον παράδοξον: καὶ ὕψος δυσανάβατον καὶ βάθος δυσθεώρητον, κι ὅμως αὐτὸ τὸ –δυσ–, τὸ δυσχερές, ναί, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, καὶ τὸ ἀνεβαίνουμε, καὶ τὸ καλοβλέπουμε εὐχερῶς; Ὄχι. Ἀλλὰ καὶ ναί: εὐχερῶς, διὰ τῆς μεσιτείας, τῆς ἐπιεικείας τοῦ παναγίου λόγου τῆς Παναγίας, ποὺ καταργεῖ τὰ –δυσ– τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου, κόπου καὶ πόνου. Συναμφότερον τὸ ἐπιεικές. Δι’ ἐκστάσεως τῆς γραμμικῆς λογικῆς συνοχῆς, πρός. Πρὸς τὴν πρόσ­μειξιν μὲ τὸν Λόγον.

Χαῖρε τὸ ὀξύμωρον τῆς ἡμῶν λογικῆς σωτηρίας!

«Χαῖρε, ἡ τῆς ἀσπόρου συλλήψεως»!

«Χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα»!

«Ἄσπορον γονὴν τίς ἑώρακεν»;…ποὺ ρώτησε κι ἡ ἴδια ἡ Παναγίτσα τὸν Ἀρχάγγελο. Ἑώρακεν! Ἑώρακεν! Διότι ναί, τὴν ἑώρακεν, τὴν εἶδε ἡ ἀνθρωπότης τὴν ὑπερέκτασιν τῆς θνητῆς, χοϊκῆς λογικῆς ταξινομίας: ἑώρακεν τὸ τεντωμένο Συναμφότερον τῆς ὑπὲρ τὸν Καθημερινὸ λόγο μας λογικῆς: καὶ μητέρα καὶ παρθένα, ταυτοχρόνως καὶ μαζί. Ζευγάρι ἀξεδιάλυτο καὶ λογικῶς ἄλυτον ἡ παρθενία μαζὶ μὲ τὴν λοχείαν! Τόσο Συναμφότερον, ὅπως τὸ ἐκτυπώνει ἡ ἀπόπειρα τοῦ ἕλληνος λόγου νὰ ἐπεκτείνει τὴν πτωτική μας λογική, ἔστω καὶ μὲ ὀξύμωρα σχήματα τῆς γραφῆς του, ὥστε, ἴσως, νὰ μᾶς ὑπερεντείνει πρός. Πρὸς εὐχήν. Πρὸς εὐσχήμονα σχήματα τοῦ λόγου, ποὺ θὰ προτυπώνουν, ἐν νόστῳ, τόν Λόγον. Δός μοι λόγον, Λόγε, μὴ σιγῶν παρέλθῃς με…

«Χαῖρε, δι’ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει

Χαῖρε, δι’ ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει».

Ἡ ἔκλειψις τοῦ τρισηλίου φωτὸς γίνεται ἔλλαμψις. Ἡ ἀρά, χαρά. Κι ἡ κατάρα, λαχτάρα: μετοχὴ στὸν Ὑπερού­σιον πρωτελεύθερον, ποὺ θὰ ἀπελευθερώσει διὰ τῆς ἱερουργοῦ συμμείξεως, ἐμᾶς, τὴν γειωμένη δούλην πόλιν, γιὰ νὰ τὴν ἀπογειώσει πρός. Πρὸς τὴν ἄνω Ἀνώπολιν. Πρὸς Οὐρανούπολιν Ἐλευθερίαν.

Ὀξύμωρος λέξις τοῦ Ἀκαθίστου, Ἐλευθώ.

«Ὅλως ἦν ἐν τοῖς κάτω, καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος».

Καὶ ὅμως! Συν-βαίνει!

Συμβαίνει: κι ὅταν ἦταν στὰ κάτω, κι ἀπὸ τὰ ἄνω ἦταν οὐδόλως ἀπών, διότι, ταυτοχρόνως καὶ μαζί, ἦταν καὶ στὰ κάτω καὶ στὰ ἄνω. Δηλαδὴ ἄνω κάτω…

Ξανά. Δηλαδή: κι ὅταν ἦταν ἐντελῶς παρὼν στὰ ἄνω καὶ οὐδόλως εἶχε φύγει ἀπὸ τὰ ἄνω, ἦταν ὁλοκληρωτικά, ταυτοχρόνως καὶ μαζί, ναί, ἦταν καὶ στὰ κάτω!!! Δηλαδὴ ἄνω κάτω… Σχῆμα ὀξυ-δερκείας ὀξύσοφον; Σχῆμα ἒνθεον; Σχῆμα Ἀκαθίστου Ἐλευθερίας τοῦ Λόγου.

«…ἐν τοῖς κάτω καὶ τῶν ἂνω…»

Ὀξύμωρον θεόμουρλο; Ὄχι καὶ ναί! Καὶ ναὶ καὶ ὄχι! Δηλαδὴ τοῦ Ἀκαθίστου τὸ θεούμενον Συναμφότερον. Μούρλα θεόθεν: «καί τά μωρά τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός». Ἀλογία κατὰ θεῖον Λόγον…

«Ὁδὸς ἄνω κάτω, μία καὶ ἑωυτή»; Εἶναι λογικὴ αὐτή; Ἢ μήπως ἡρακλείτειος-Ἀκάθιστος-Βασίλειος ἑλληνική; Ἐν τοῖς κάτω καὶ τῶν ἄνω…

«Ὅλως… ἐν τοῖς κάτω», καθ’ ὁλοκληρίαν ἐν, μέσα στοὺς κάτω, μέσα σὲ μᾶς τοὺς παρακατιανούς: αὐτό, κατὰ φύσιν. Φυσικό.

«ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος»

Ἀλλά, «καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν».

«ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος»: ὄχι κι ἔτσι, διότι αὐτὸ εἶναι παρὰ φύσιν σὲ σχέση μὲ τὸ πιὸ πάνω. Παράλογο: …καὶ οὐδόλως ἀπὼν ἀπὸ τὰ ἄνω, τῆς ἄνω Ἀνωπόλεως. Ἄρα: Καὶ ἦν καὶ ἀπῆν μέν, ἀλλὰ κατὰ τὸ Συναμφότερον, καὶ ὅλως ἦν καὶ οὐδόλως ἀπῆν…ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος… Συναμφότερον, τὸ κατὰ τὸν χθόνιον τὸν πτωτικὸν λόγον, ναί, ἐντελῶς παράλογο!

Κι ὅμως! Μὲ τὸ λεκτικό, τὸ ὑπερεκλάμψεως λογικὸν κακόσχημον, ναί, μὲ τὸ τοῦ Πλάτωνος αὐτὸ «λεπτουργεῖν» ἐν λόγῳ, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος τῆς ἑλληνίδος φωνῆς ὑπερυψοῦται στὴν ὅλως ὑπερφαῆ ἔκρηξιν τοῦ Ὀξυμώρου. Καὶ μέσα στὸ κατὰ λόγον Ὀξύμωρον αὐτὸ κατεστημένη, ἡ ἐλληνικὴ γλῶσσα ψαύει -ἐν ἔρωτι συν-οὐσίας- τὸν κτιστὸν-γραπτόν, κατὰ χάριν καὶ μετοχήν, λόγον, ἀκραγγίζοντας, ναί, τὸν Ἀπερί-γραπτον Λόγον.

Κατὰ χάριν καὶ κατ’ ἐπιείκειαν, ὁ ξεπεσμένος, ὁ πεπερασμένος γραπτὸς λόγος τοῦ θνητοῦ γραφτοῦ μας νά ’χει Μετοχὴν στὸν Ἀπερίγραπτον Λόγον;

Ναί! Καθ’ ὑπέρβασιν τῆς λεκτικῆς καὶ ἐγκοσμίως λογικῆς ἀνακολουθίας. Κατὰ συγκατάβασιν. Ναί. Κατὰ συγκατάβασιν τοῦ θείου Λόγου, τοῦ ὑπεραῤῥήτως λογικοῦ, ποὺ συν-κατα-βαίνει, γιὰ νὰ συν-αντήσει τὸν ξεπεσμένο, χοϊκό, λασπωμένο λογικὸ λόγο τῶν θνητῶν: κρᾶμα, ὑπὲρ τὸν Λόγον, ὑπὲρ τὴν φύσιν, λόγου ἀνθρώπου καὶ θείου. Διὰ τοῦ ὀξυμώρου.

«Συγκατάβασις γὰρ θεϊκὴ γέγονε»: κι ἔτσι γέγονε κι ὁ θνητὸς Ἀκάθιστος Ὕμνος, ὁ κτιστὸς ἐξ Ἀκτίστου, ὁ χτισμένος μὲ θεία λάσπη ἀλάσπωτη, μὲ φράσιν ἀνθρωπίνως παράλογη καὶ ῥῆσιν ἐνθέως ὑπέρλογη, οἱονεί. Ἀχειρο­ποίητος ὁ Ἀκάθιστος ῞Υμνος, ὁ ποὺ μπόρεσε νὰ ὑπερυψώσει τὰ ἐριστικά, ἀντιφατικά του ὀξύμωρα, ἐκεῖ, στὴν ἀκρουρανίαν τῆς θείας ἐλλάμψεως. Καὶ τότε, γιὰ λίγο, μέσα ἀπὸ τὴν ὑπερουρανίαν λέξη τοῦ Ἀκαθίστου, γινόμαστε, τόσο λίγο, οἱ ἐν σαρκὶ περιπολοῦντες θεοί. Μέσα στὴ σύμμειξη, στὸ Συναμφότερον ἀνθρώπινης ἀσυναρτησίας καὶ θείας κρυφιομυστίας…

«Συγκατάβασις γὰρ θεϊκή».

Ἀκαθίστου Ὕμνου Χαῖρε.

«ἡ γέφυρα ὄντως ἡ μετάγουσα ἐκ θανάτου πάντας πρὸς ζωήν».

Ἀκαθίστου Ὕμνου Χαῖρε.

«ἡ πύλη μόνη, ἣν ὁ Λόγος διώδευσε μόνος».

Πρόλογος Χρίστου Πέτρου στον «Θρήνο της Παναγίας»

Στην προσπάθειά μας να εκδώσουμε Κείμενα Κειμήλια, για να προβάλουμε μέσα από αυτά βασικά στοιχεία της ταυτότητάς και της κοσμοαντίληψης του λαού μας, δεν θα μπορούσαμε να αφήσουμε απ’ έξω τα δημοτικά μας τραγούδια. Η αρχή έγινε με το ανυπέρβλητο “Τραούιν του Διγενή”, το οποίο, όπως αναφέρεται και στον πρόλογό του, είναι κατά τη γνώμη μας το τραγούδι εκείνο που εκφράζει πιο πιστά από κάθε άλλο κείμενο το επικό αρχέτυπο της Ρωμιοσύνης.

Σε αυτή την έκδοση με τον “Θρήνο της Παναγίας” αναδεικνύεται σε μεγάλο βαθμό ένα άλλο χαρακτηριστικό του λαού μας: Η οικειότητα με τα Θεία, και κυρίως η εξοικείωση με το μυστήριο της ζωής. Το στοιχείο αυτό γίνεται αντιληπτό, χωρίς να χρειάζεται εις βάθος ανάλυση, αφού από μόνο του το γεγονός ότι ο λαός μας έκανε λαϊκό τραγούδι ένα θρησκευτικό συμβάν, ένα ευαγγελικό κείμενο, τα λέει όλα. Και αυτό γίνεται, χωρίς να υπάρχει αυτοσκοπός παρερμηνείας των γραφών, αφού ο ίδιος ο ποιητής λαός στην προσπάθειά του να τονίσει την πειστικότητα της δικής του ερμηνείας επικαλείται τις γραφές (“καθώς είναι γραμμένον”), κάτι που δείχνει ότι οι γραφές για αυτόν είναι ακλόνητο στοιχείο. Εδώ έχουμε να κάνουμε με τη λαϊκότερη εξιστόρηση των Παθών του Χριστού και την ανάδειξη της πιο έντονης συγκλονιστικής, αλλά απόλυτα ανθρώπινης, άρα οικείας, διάστασης του γεγονότος. Του τρόπου δηλαδή, με τον οποίο η μάνα (Παναγία) βιώνει τα βασανιστήρια και τον θάνατο του γιου της (του Χριστού).

Με μεγάλη μαεστρία επιτυγχάνεται επίσης η υιοθέτηση ενός από τα βασικότερα στοιχεία της λαϊκής τέχνης. Μια ολική διαδραστικότητα μεταξύ κειμένου γεγονότος, ποιητή και ακροατηρίου. Παρά λοιπόν το γεγονός ότι πρόκειται για ένα συμβάν ήδη γραμμένο στα ευαγγέλια, άρα υπαρκτό και μορφοποιημένο στο μνημονικό του κάθε ανθρώπου, ο ποιητής αντλεί μιαν ανείπωτη διάσταση των παθών (τον θρήνο της Παναγίας), και την εξιστορεί με τέτοιον τρόπο, που να μοιάζει, σαν να ήταν και αυτός εκεί (εδώ είναι η δική του συμμετοχή), και μας μεταφέρει το τι είδε, χρησιμοποιώντας μια φρασεολογία και έναν κώδικα ήθους και αξιών, ο οποίος συν-διαμορφώνεται εκ των πραγμάτων από το ακροατήριο (εδώ είναι η συμμετοχή του κοινού). Ρευστοποιεί ένα μορφοποιημένο γεγονός, χωρίς στην ουσία να το αλλάζει και χωρίς να αλλάζει την ουσία του!

Από την αρχή του τραγουδιού ο ποιητής μας δηλώνει ξεκάθαρα ότι το καθόλα ανθρώπινο δράμα της απώλειας εξισώνεται σε ένα βαθμό με τα “Θεία Πάθη”:

“…Άρχοντες, αγροικήσατε, όσ΄ είσθε συναγμένοι,
ν΄ ακούσετε μίαν γραφήν, νέαν, ιστορημένην,
ν΄ ακούσετε μετά χαράς αγίας ιστορίας
τα Πάθη του Κυρίου μας, θρήνον της Παναγίας…”

Αγία ιστορία λοιπόν τα Πάθη του Χριστού, εξίσου αγία ιστορία όμως και ο Θρήνος της Παναγίας. Σκόπιμο κρίνουμε να αναφέρουμε ότι στη συγκεκριμένη έκδοση το κείμενο, που παρατίθεται, δεν είναι το μοναδικό, το οποίο πραγματεύεται το ίδιο θέμα, τον «Θρήνο της Παναγίας». Αυτό εξάλλου συμβαίνει και με όλα τα δημοτικά τραγούδια. Δεν υπάρχει δηλαδή μια και μόνη εκδοχή στο δημοτικό τραγούδι. Από περιοχή σε περιοχή μπορεί κανείς να ακούσει εντελώς διαφορετικές εκδοχές. Ωστόσο η συγκεκριμένη είναι αυτή, η οποία βάσει των δικών μας κριτηρίων είναι η πληρέστερη για τη σειρά «Κείμενα Κειμήλια”.

Δημοσίευμα της «Ελευθεροτυπίας» για τις εκδόσεις «Αιγαίον»

 Από την Μαρία Τσάτσου…

 Οι Εκδόσεις Αιγαίον, με έδρα τη Λευκωσία, καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα. Πριν όμως μιλήσουμε για τα βιβλία πρέπει να μιλήσουμε για τις ιδέες που αρδεύουν τις Εκδόσεις Αιγαίον, για τον ιδεολογικό αέρα που πνέει σ’ αυτές. Ολη η σειρά φέρει την ονομασία «Κείμενα – Κειμήλια» και αυτό βεβαίως προϊδεάζει επαρκώς.

Διαβάζουμε, λοιπόν: «Τα κειμήλια (από το ρήμα κείμαι) είμαστε κάποια κείμενα, πάλι από το κείμαι, που δεν θα αυτοπροδιοριστούμε ως κλασικά, μα υπάρχοντα, εσαεί παρόντα». Και πιο κάτω, «Οταν, επομένως, λέμε ότι «ενθάδε κείμεθα» (εμείς τα κειμήλια-κείμενα), με το «ενθάδε» εννοούμε τη ρίζα μας, την ελευθερία, την όποια μορφή ελευθερίας, επειδή η ελευθερία είναι μία -ενιαία και αδιαίρετη- και με το «κείμεθα» δεν εννοούμε ότι είμαστε νεκροί, εδώ θαμμένοι, μα κεκοιμημένοι, ονειρευόμενοι, άνθρωποι άνω θρώσκοντες, ελεύθεροι, επειδή η ελευθερία είναι η πεμπτουσία της ανθρώπινης υπόστασης, που μας εξασφαλίζει την αιώνια νεότητα και την αθανασία».

Λέξεις προτρεπτικές, μ’ έναν ρωμαλέο ιδεαλισμό, και τη λέξη ελευθερία ν’ ακούγεται συχνά, αυτή τη μυστική, μαγική λέξη που φαίνεται να τα περιέχει όλα. Ενας ιδιότυπος θούριος, ο λόγος αυτός, υπερβαίνει κατά πολύ το σύνηθες λογύδριο διά του οποίου συνήθως παρουσιάζεται ένας εκδοτικός οίκος. Πρόκειται για ένα θεμελιακό κείμενο με ιστορικές-ιδεολογικές βάσεις και υιϊκή σχέση με το ιστορικό παρελθόν, ένα κείμενο το οποίο αφήνει πίσω του την αφαιρετική εξαγγελία για να περάσει σε επίπεδο προσωπικό: «Κι όταν λέμε «τοις ‘κείνων ρήμασι πειθόμενοι», με το «‘κείνων» εννοούμε τους πατέρες μας, που με το αίμα τους μας παρέδωσαν τη ρίζα ελεύθερη και με το «ρήμασι πειθόμενοι» εννοούμε την εντολή που μας άφησαν να φανούμε αντάξιοί τους και πολλώ κάρρονες, να την κρατήσουμε και να την ενδυναμώσουμε, για να δρατζιάσει το ίλαντρόν μας, όχι να παραλαμβάνουμε δέντρο και να παραδίδουμε κλώνο. Αυτοί είμαστε εμείς, οι κάρρονες».

Και μετά από αυτή τη θέση, η οποία αφήνει πολλαπλώς διάτρητες τις θεωρητικολογίες και τους -ισμούς, η προσωπική αποστροφή φτάνει στο απόγειό της με τα εξής λόγια: «Εσείς ποιοι είστε; Δεν θα πούμε οι χείρονες, μα πέστε μας. Ποιο είναι το ενθάδε, ποια η ρίζα σας; Πού κείσθε, σε ποιους τάφους, σε ποια κοιμητήρια; Ποιοι είναι οι εκείνοι σας; Ποια είναι τα ρήματα στα οποία είστε πειθόμενοι; Ιτε. Ηδη μας θάβουν ζωντανούς. Εμείς είμαστε οι πέτρες σας».

Δύσκολες ερωτήσεις, ίσως και επικίνδυνες, αν ήθελε κανείς να υπερπηδήσει τη ρητορική τους, αλλά δύσκολες και οι απαντήσεις, γιατί αναγκαίο είναι για να δοθούν βιώσιμες, κατά το δυνατόν, απαντήσεις, να σιγάσει λίγο το εξεγερμένο θυμικό, να κατασταλάξει το συναίσθημα και ο ιστορικός οίστρος που εμφωλεύει από αιώνες τώρα στο DNA μας, και να φιλοσοφήσουμε τα πράγματα, για να προβάλουν η νηφαλιότητα, η αντικειμενική κρίση, η προσπάθεια να δει κανείς ευμενέστερα το μέλλον (έστω και ως έκπληξη, κάτι είναι κι αυτό).

Αλλά, ας πάμε στους τίτλους, που αναμοχλεύουν, τιμούν και αποδίδουν για ακόμη μια φορά στην Ιστορία το πρόσφατο ιστορικό παρελθόν της Κύπρου και της Ελλάδας. Και κοντά σ’ αυτές, και άλλων χωρών. Ας αναφέρουμε, λοιπόν, «Καραολής και Δημητρίου: Η εκτέλεση που συγκλόνισε την Ελλάδα», με κείμενα των Αλμπέρ Καμύ, Κρίτωνα Σαλπιγκτή και Κωνσταντίνου Χολέβα. Σταχυολογώ από το κείμενο του 1955 του Καμύ: «Δεν θα κρύψω, από πλευράς μου, τα αισθήματα τρυφερότητας και αγάπης που μου γεννά ο ελληνικός λαός, που, όπως ο ίδιος διαπίστωσα, είναι μαζί με τον ισπανικό απ’ τους λαούς εκείνους που θα χρειαστεί στο μέλλον η βάρβαρη Ευρώπη για να δημιουργήσει ξανά έναν πολιτισμό». «Γράμματα Μελλοθανάτων»: Περιλαμβάνονται οι τελευταίες επιστολές που άφησαν πριν από την εκτέλεσή τους οι Α. Δημητρίου, Μ. Καραολής, Α. Ζάκος, Χ. Μιχαήλ, Ι. Πατάτσος, Α. Παναγίδης, Ε. Κουτσόφτας, Σ. Μαυρομμάτης και Ε. Παλληκαρίδης. «Εικονοστάσι: Οι νεκροί του Κυπριακού Επους 1955-1959»: Με φωτογραφίες των θυμάτων και σύντομα βιογραφικά. Νικόλα Ιωαννίδη: «Πλοιάρχου Ιωαννίδη Επικήδειος Λόγος», όπου ο πατέρας θρηνεί και ταυτόχρονα υμνεί με συγκινητικό τρόπο τον γιο του. Αυγουστή Ευσταθίου, «Αι τελευταίοι στιγμαί του Αυξεντίου», με «Ενα Υστερόγραφο» του Μιχαλάκη Τριανταφυλλίδη. «ΕΟΚΑ, ο Ελληνικός Αγώνας», του Μενέλαου Ν. Χριστοδούλου. «Ο Αγώνας της ΕΟΚΑ στη σύγχρονη Κυπριακή και Ελληνική Τέχνη», ομιλία του Λουκή Παπαφιλίππου. Περιέχονται έγχρωμες φωτογραφίες των έργων. «Ο Γελοιογράφος εναντίον σχεδίων τύπου Ανάν», με επιλογή γελοιογραφιών του ΠΙΝ, από την εφημερίδα «Φιλελεύθερος». «Πετράκης Γιαλλούρος, ο έφηβος της Καρπασίας», της Ελένης Θεοχάρους. «Διάγγελμα 2004», του Τάσσου Παπαδόπουλου. Σε ποιητική μορφή, «Οι Δώδεκα, μία ημιτελής συμφωνία», του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου. Εμπνευσμένη από το απώτερο ιστορικό παρελθόν και γραμμένη στο Κυπριακό ιδίωμα είναι «Η Ενάτη Ιουλίου του 1821, εν Λευκωσία» του Βασίλη Μιχαηλίδη, όπως και το Κυπριακό Δημοτικό «Το Τραούιν του Διγενή» και τα δύο κείμενα ιστορικά, με όλο τον πλούτο της λαϊκής παράδοσης.

Ο ιστορικός λόγος στις εκδόσεις Αιγαίον περιλαμβάνει επίσης κείμενα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ή σχετικά με αυτόν, με τον γενικό τίτλο «Οταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση», και το «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος», του Αλέξανδρου Υψηλάντη, με εισαγωγή και επιμέλεια του Θεοφάνη Μαλκίδη και τα δύο. Ενα άλλο σημαντικό κείμενο, σε απόσπασμα, είναι «Η Διήγησις της τρομεράς πολιορκίας και αλώσεως της Αμμοχώστου» του Αγγελου Γάττου, στρατηγού από το Ορβιέτο, ο οποίος κατέγραψε στην καθαρεύουσα περιστατικά του 1571 που καθόρισαν τη σύγχρονη Κυπριακή Ιστορία.

Αλλα σημαντικά ιστορικά κείμενα που καταξιώνουν τον σισύφειο αγώνα για την ελευθερία σε παγκόσμια κλίμακα είναι «Το Ημερολόγιο» του Μπόμπι Σαντς, «Το Μανιφέστο της Καρθαγένης» του Σιμόν Μπολίβαρ, και το «Πατρίδα ή Θάνατος», του Τσε Γκεβάρα. Σε μια άλλη φλέβα αναλλοίωτων ανθρώπινων πόθων που πέρασαν στην ιστορία είναι και το «Ανθολόγιο Ασμάτων» του Νίκου Ξυλούρη και του Στέλιου Καζαντζίδη, αντιστοίχως.

Το όλο εκδοτικό εγχείρημα επιστέφεται από τις «Ωδές» του Ανδρέα Κάλβου και τον «Υμνον εις την Ελευθερίαν» και τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Διονυσίου Σολωμού, με τις γνωστές πια, αλλά όχι συγχωρητέες, γλωσσικές επεμβάσεις.

Τον ποιητικό χώρο μέσα στις εκδόσεις Αιγαίον εκπροσωπούν Ελληνες και Κύπριοι ποιητές. Ενδεικτικώς αναφέρω τη συλλογή «Φασγάνου δίχα» της Κύπριας ποιήτριας Νάσας Παταπίου, η οποία συμπλέκει σε άρτιο ποιητικό ύφος, το μεσαιωνικό παρελθόν της Κύπρου και την ελληνική μυθολογία με ένα βίωμα προσωπικό, παλλόμενο και θερμό. Από το ποίημα «Αννα Λουζινιάν»: «Είχα μεταφερθεί μαζί της ως κλωστή / Νήμα χρυσό της Κύπρου / Από τα μέρη της Ανατολής / Στη μακρινή Σαβοΐα / Με είχαν κεντήσει με επιδέξιες βελονιές / Εφηβες δουλοπάροικες / …Γνωρίζοντας πως δεν θα επιστρέψω πίσω / Μίλησα μ’ ανθρώπινη λαλιά / Αν και κλωστή χρυσό νήμα της Κύπρου / Κεντημένο στον ποδόγυρο της Αννας / Θα λειώσω είπα θα ξεφτίσω αλίμονο / Επιθυμώ διακαώς να επιστρέψω / στο Δεινάρετο άκρο»

Το πρόσφατο και το απώτερο παρελθόν της Κύπρου συντίθενται, με τρόπο λόγιο μεν, γεμάτο βαθυστόχαστη συγκίνηση δε, στο έργο του δόκιμου νεοέλληνα ποιητή Γιώργου Γεωργούση, όπου μόνο μια καλά επεξεργασμένη στιχουργική θα μπορούσε με τόση περίσκεψη να εγκιβωτίσει τόσο πάθος, τόση υπαρξιακή αγωνία, τόση γνώση για τ’ ανθρώπινα: «Ξημέρωσε, με τα πολλά, κι η όγδοη ημέρα / -σα να μπαίνει ο θάνατος ανάποδα μέσα στον χρόνο, / τραβώντας την αυλαία πίσω του. / Ετσι ξεκίνησε η ψυχή να πάει στη μοναξιά της. / Χαμογελούν νεκροί κι αναστημένοι: / Ομορφη που ‘ναι η Ευρυδίκη. / Υπό την προστασία του θανάτου η ποίηση· / πώς να μην είν’ αθάνατη; («Το μέλλον του Ορφέα ή Η όγδοη ημέρα»). Σε πολυτονικό, η ποίηση του Γιώργου Γεωργούση, αγγίζει μερικές φορές δυσθεώρητα ύψη, όπως μ’ εκείνο το, σε κάλβειο ύφος, «Υψηλοκάρηνον Φρόνημα του Ανδρέου Κάλβου»…

«Οι Κραυγές» του Βάσου Λυσαρίδη, είναι μια ώριμη, λιτή ποίηση, βγαλμένη μεσ’ απ’ τη ζωή. Και πάλι, το πρόσφατο ιστορικό παρελθόν της Κύπρου εμπνέει αυτό το εγκόλπιο προς τους νέους, τις σκληρές ανειρήνευτες υποθήκες του ποιητή: «Κλαίω για τους στίχους / που δεν έγραψα / θρηνώ για τους πίνακες / που δεν ζωγράφισα. / Νοσταλγώ την άυλη βουνοκορφή του Ολύμπου / τόσο κοντά και τόσο μακριά / και παραμένω ακίνητος / στον χρόνο που σταμάτησε / και τις σκέψεις / που αρνούνται ν’ αυτοκτονήσουν» (από «Το ατέλειωτο ποίημα»).

Σαν μια λεπταίσθητη μουσική δωματίου ακούγεται η ποίηση του Κώστα Ριζάκη. Χαμηλών τόνων; Ισως, αν χαμηλών τόνων εννοούμε τη διάφανη μεταιχμιακή κατάσταση, όπου κρύβεται το μικρό ίχνος αιωνιότητας που όλοι έχουμε μέσα μας. Γονιοί, φίλοι, πίστη, μια ντροπαλή συναδέλφωση, τα μικρά αλλά τόσο σημαντικά σκεύη της ψυχής, η ανάμνηση των αγαπημένων μορφών διαβαίνουν από «Τα τελευταία ονόματα», των οποίων το εξώφυλλο κοσμεί ένα ωραίο σχέδιο της ζωγράφου Μαργαρίτας Βασιλάκου. Και τα ποιήματα αυτά είναι σε πολυτονικό. Παραθέτω απόσπασμα από το ποίημα «Επικίνδυν’ η μέρα»: «το κυπαρίσσι μάρτυρας το κυπαρίσσι – / κ’ ημιθανής η βρύση του στο πλάι / ν’ απολυμαίνει της νεκρής τ’ απόδειπνα / να σπαρταρούν στην άνοιξη τα βρύα / πικρό να σεργιανά πουλί πά’ στο σταυρό / περίτεχνη κι άφταστη τουρκοπούλα / να κλαίει να κλαίει κι απόξενα να λέει: / γλυκειά μανούλα ορφάνεψα στα μάρμαρα / μεσίτεψε στην Παναγιά έξω απ’ τον ύπνο / να στήνω άνεμος αυτί για ένα σου ψίθυρο / να στάξει ο ψίθυρος κεράκι σε μια λέξη / μ’ ευλάβεια να γραπωθώ απ’ το ποίημα / – στ’ όνειρο να περνώ, καθώς χαράζει!».

Υπάρχουν τα νέα ποιήματα του Ντίνου Χριστιανόπουλου και άλλες ποιητικές συλλογές, αξιόλογες, στις οποίες δεν υπάρχει η δυνατότητα να αναφερθούμε εδώ, καθώς επίσης και η σειρά «Μικρά Κείμενα», με πλούσια θεματογραφία. Για τα περισσότερα, η σκυτάλη περνάει στο Διαδίκτυο.

Κυκλοφορούν δωρεάν από τις εκδόσεις «Αιγαίον»

Ακάθιστος Ύμνος: Οι Χαιρετισμοί της Θεοτόκου, ένα κείμενο-κειμήλιο,
ορόσημο στην ορθόδοξή μας παράδοση, με πρόλογο του Κώστα Ζουράρι.

Ο Θρήνος της Παναγίας: Το Κυπριακό Δημοτικό τραγούδι, με εισαγωγή του Χρήστου Πέτρου.

Μπορείτε να τα προμηθευτείτε δωρεάν, από τα γραφεία των εκδόσεων «ΑΙΓΑΙΟΝ»  στην Έκτορος 40 στη Λευκωσία.
Για πληροφορίες τηλ. 99541221.

Ανθολόγιον Ασμάτων Βασίλη Τσιτσάνη

Πρόλογος: 

To γεγονός ότι τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη εντάσσονται σε αυτήν τη σειρά, μια σειρά που φιλοδοξεί να παρουσιάσει τα μεγάλα έργα του πολιτισμού μας, μιλά από μόνο του. Ο Βασίλης Τσιτσάνης, ως ένας από τους κορυφαίους εκπροσώπους του νεότερου πολιτισμού μας, δεν χρειάζεται και τη δική μου μαρτυρία για να επιβεβαιώσει ότι δικαιωματικά αξίζει μία θέση σε αυτήν τη σειρά. Τα τραγούδια που επέλεξα δεν έχουν καμιά αξιοκρατική σειρά, ούτε προσπάθησα να δώσω χαρακτηριστικά παραδείγματα των διαφόρων ειδών που έγραψε, ούτε έκανα μια επιλογή με βάση το χρόνο και την περίοδο που γράφτηκαν. Διάλεξα τραγούδια που σημάδεψαν τη δική μου ζωή, τραγούδια που σημάδεψαν τη δική μου γενιά και τους δικούς μου ανθρώπους, που έζησαν στα χωριά της Κύπρου κατά τη μεγάλη έκρηξη του εθνικοαπελευθερωτικού μας αγώνα της ΕΟΚΑ και στη συνέχεια έζησαν αρκετά χρόνια ως μετανάστες στα πέρατα της γης.

Ο Τσιτσάνης για μας τα πιτσιρίκια της δεκαετίας του ‘50 ήταν σαν ημίθεος, σαν τον Ηρακλή. Τραγουδούσαμε τα τραγούδια του αντλώντας μεγάλη δύναμη σαν να είμαστε κι εμείς αγωνιστές εναντίον των εγγλέζων. Είχαμε μεγάλη περηφάνια τραγουδώντας Τσιτσάνη. Νιώθαμε, με κάθε νότα που τραγουδούσαμε, πως ενηλικιωνόμαστε, πως σιγά σιγά γινόμαστε κι εμεις άντρες, έτοιμοι να δώσουμε κι εμείς τη ζωή μας για την Ελλάδα. Τσιτσάνης σήμαινε Ελλάδα. Σήμαινε ελευθερία. Αργότερα αυτό το κατάλαβα καλύτερα κι ως μετανάστης στην   Αγγλία. Στα καφενεία και τα σουβλατζίδικα της Seven Sisters Road και της Durham Road μες στους καπνούς και τις βρισιές, τζογαδόροι, άνεργοι και δυστυχισμένοι μετανάστες έβρισκαν παρηγοριά από τα τραγούδια που άκουγαν από τα τζουκ μποξ της εποχής εκείνης. Ακούγοντας Τσιτσάνη σε τέτοια περιβάλλοντα νιώθαμε όλοι μαζί πόσο μας έλειπε αυτή η Ελλάδα, αυτή η μάνα των μανάδων, αυτή η τόσο πλούσια φτωχομάνα. Στα καφενεία αυτά, θυμάμαι, σύχναζαν και πολλοί μαύροι από άλλες πρώην αποικίες της Αγγλίας, πλάσματα και αυτά πονεμένα. Κάναμε παρέα, ανταλλάσαμε κουβέντες, τελικά είχαν μάθει και αυτοί τα τραγούδια μας. Greek rock τα έλεγε ένας, Greek tragedies τα έλεγε ένας άλλος. Άκουγαν όμως, και πολλές φορές μαζί μας έπιναν τον πόνο τους μ’ ένα ούζο και με τον Αγγελόπουλο να καταγγέλλει τη μουρμούρα τη γυναίκα του. Επέστρεψα στην Κύπρο και μαζί μου έφερα τους δίσκους μου, δίσκους που πήραμε μαζί μας στην Αγγλία και άλλους που αγόρασα στην ξενιτιά. Είχα την τύχη να τον δω να τραγουδά ζωντανά. Είχα την τύχη στο Χάραμα να μου αφιερώσει κι ένα τραγούδι. Λυπάμαι πολύ που η Κύπρος δεν ονόμασε μία κεντρική της πλατεία, πλατεία Βασίλη Τσιτσάνη.

Εις μνήμην του αφιερώνω κι εγώ αυτό το βιβλιαράκι. Ίσως συντροφεύσει κι άλλους νέους, ίσως φανεί χρήσιμο σε κάτι άλλα πιτσιρίκια που θα ’θελαν ν’ αντρειωθούν για να συμμετέχουν κι αυτοί στο μεθύσι της λευτεριάς. Ευχαριστώ θερμά τον κύριον Ντίνον Χριστιανόπουλον που ευχαρίστως προλόγισε το βιβλίο μας. Τον ευχαριστώ επίσης και για τις παρατηρήσεις και τις υποδείξεις του, οι οποίες βοήθησαν τα μέγιστα για να φτάσει το ανθολόγιον αυτό στην τελική του μορφή.

Β.Φ.

Κυκλοφορεί δωρεάν από τις εκδόσεις «Αιγαίον» το ανθολόγιον ασμάτων του Βασίλη Τσιτσάνη. Μπορείτε να το προμηθευτείτε από το βιβλιοπωλείον Γιαλούσα και από τα γραφεία των εκδόσεων (Έκτορος 40). Για πληροφορίες τηλεφωνήστε στο 99541221. 

Κυκλοφορούν δύο νέα μυθιστορήματα των εκδόσεων «Αιγαίον»…

«Ζήσε Ελλάδα και χωρίς εμάς», ένα ιστορικό μυθιστόρημα του Ανδρέα Κελέσιη. (25 Ευρώ)

«Με φόντο το σύνορο», ένα μυθιστόρημα του Νίκου Αγγελίδη. (15 Ευρώ) 

Μπορείτε να τα βρείτε στα γραφεία των εκδόσεων (Έκτορος 40, Λευκωσία) και σε όλα τα βιβλιοπωλεία.