Μην περιμένεις πια

stelios-kazantzidis

Μην περιμένεις πια να ξανασμίξουμε
και την αγάπη μας να ζωντανέψουμε.
Μην περιμένεις πια, όλα τελειώσανε
αφού τα χείλη σου, αχ, με προδώσανε.

Από τα φαρμάκια που μου ’χεις δοσμένα
σκότωσες ό, τι είχα όμορφο για σένα
κι απ’ τον έρωτά μας μοναχά η κρύα στάχτη
έχει μείνει τώρα μες στην καρδιά.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΛΔΑΡΑΣ

Χρόνια περιμένω να κάνουν την εμφάνισή τους κάποιοι μουσικοί που θα τραγουδούν λαϊκά, όχι προς το τέλος της παράστασής τους, αλλά καθ’ όλη τη διάρκειά της. Μάταια, φυσικά, διότι οι νέοι μας ανακαλύπτουν τα ρεμπέτικα (και καλά κάνουν), σνομπάροντας όμως τα λαϊκά και τα άλλα είδη της μουσικής του τόπου μας. Μένουν προσηλωμένοι στα ρεμπέτικα με μια ευλάβεια που πολλές φορές μπαίνει εμπόδιο στην εξέλιξή τους ως μουσικούς. Μάλιστα, πολλά σχήματα τραγουδούν και παίζουν τα ρεμπέτικα ωσάν να είναι αυτοί ρεμπέτες, πράγμα που φυσικά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Κάποιοι, πιο φανατικοί, τραγουδούν μόνο Βαμβακάρη και παλιούς, πριν τον Τσιτσάνη και τον Παπαϊωάννου, λες και η μουσική μας δεν είναι ενιαία και… εξελισσόμενη.

Φυσικά, υπάρχουν και οι πιο παλιοί μουσικοί, οι οποίοι παίζουν ελαφρολαϊκά, αρχοντορεμπέτικα και ΠΟΤ ΠΟΥΡΙ, με επιτυχίες πολύ γνωστές στον κόσμο και με τη λογική της εύκολης διασκέδασης και του συντονισμένου χορού σε ταβέρνες, κέντρα και καφενεία.

Ανάμεσα στους εμπορικούς παλιούς μουσικούς και στους νέους ιδεολόγους ρεμπέτες, υπάρχει φυσικά ένας τεράστιος πλούτος της ελληνικής λαϊκής μουσικής που μένει ανεκμετάλλευτος, λες και έχουν εκλείψει οι λόγοι άνθησης αυτού του είδους και το σμυρνέικο, τα μουρμούρικα, οι αμανέδες και τα ρεμπέτικα να είναι ανταγωνιστικά με τα λαϊκά. Σπανίως πια θα ακούσεις Καζαντζίδης ή Μπιθικώτση, παρά μόνο το Υπάρχω και το Ένα αμάξι με δυο άλογα. Όσον αφορά τους μεγάλους Γαβαλά, Στράτο, Μοσχολιού, Μενιδιάτη, Αγγελόπουλο, Χατζηαντωνίου, Γιαννακάκη, Πέτρο Αναγνωστάκη, Γιώτα Λύδια, Καίτη Γκρέυ, Πόλυ Πάνου, Στράτο Κύπριο, Περπινιάδη, τον μέγιστο Άκη Πάνου και τόσους άλλους, σπανίως θα τους ακούσουμε.

Τι να συμβαίνει, λοιπόν; Μήπως εξέλειψαν οι λόγοι που έκαναν αυτό το τραγούδι να ανθήσει και να αγαπηθεί από τους Έλληνες ή μήπως εξέλειψαν οι Έλληνες και έχουν μεταλλαχθεί σε κάτι άλλο; Αυτά ας τα απαντήσουν οι κοινωνιολόγοι. Εγώ μόνο διαπιστώσεις μπορώ να κάνω, να πω πως έχει αλλάξει ο τρόπος διασκέδασής μας, η σχέση μας με τη μουσική από τη δεκαετία του ’80 μέχρι σήμερα. Όταν αρχές του ’80 έφερα την πρώτη ρεμπέτικη κομπανία στην Κύπρο έγινε χαμός. Τα παιδιά έπαιζαν λαϊκά, ρεμπέτικα, απ’ όλα και ο κόσμος, κυρίως φοιτητές και νέοι, έδιναν ρέστα κάθε βράδυ, ο καθένας τραγουδώντας τον δικό του πόνο, τα δικά του αχ και βαχ. Μετά, το επόμενο καλοκαίρι, η Κική, ο Πανταζής και ο Σωτηρόπουλος, κυρίως με λαϊκά θα ξεσηκώσουν το μαγαζί με επιτυχίες που λάτρεψαν όλοι οι Έλληνες της δεκαετίας του ’50 και του ’60.

Έκτοτε, τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά. Αλλιώς διασκεδάζει ο κόσμος, άλλη η σχέση του με το τραγούδι. Είναι άξιο αναφοράς και το γεγονός ότι το ακουστικό κοινό έχει χωριστεί στα δυο. Στα ρεμπέτικα και στο ελαφρό λαϊκό, δηλαδή δύο σχολές που δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους. Η αβάστακτη ελαφρότητα των «γλεντζέδων», με τη σοβαροφάνεια των «ρεμπετών» δίνουν το σημερινό στίγμα.

Έχω την εντύπωση πως και τα δύο είδα τρέμουν το λαϊκό, κάπου νιώθουν μια απειλή απ’ αυτό και δεν θέλουν να έχουν πάρε-δώσε μαζί του, σαν να τους προσβάλλει, όπως ο συγγενής της πόλης το σόι του από το χωριό, όπως ο ξιπασμένος αστός χωραΐτης τον εργάτη ή τον αγρότη. Οι νέοι άνθρωποι βολεύονται με το ρεμπέτικο. Έχει την επαναστατικότητά του, έχει τον καημό και έχει και το ασυμβίβαστο με την εξουσία. Οι νέοι προτιμούν το ρεμπέτικο διότι εν γένει στις μέρες μας είναι πολύ πιο κλεισμένοι στον εαυτό τους. Δεν ερωτεύονται εύκολα, ούτε ποθούν γυναίκες/άνδρες με τον ίδιο τρόπο. Ούτε εκφράζονται εύκολα δημοσίως ή ακόμη και μπροστά από τους φίλους τους. Γι’ αυτό και το λαϊκό τούς ενοχλεί, τους τρομοκρατεί κατά κάποιον τρόπο, διότι με το λαϊκό πρέπει οπωσδήποτε να τραγουδήσουν τον πόνο τους, να εκθέσουν το πρόβλημά τους, να πουν για τον χωρισμό τους και να κλάψουν για τα τόσα και τόσα βάσανά τους, που κυρίως προέρχονται από τις σχέσεις ανδρών/γυναικών. Με το λαϊκό πρέπει να καταγγείλεις την προδότρα γκόμενά σου, πρέπει να πεις για τις πισώπλατες μαχαιριές, να κλάψεις για την απώλεια, ακόμα και να ζητήσεις συγγνώμη, να πεις ψέματα ή να τα ρίξεις στην κακιά στιγμή για να δικαιολογήσεις την απρέπειά σου. Το λαϊκό είναι άμεσο, είναι πόνος βαρύς, είναι προσωπικό, είναι κλάμα, κλάμα, κλάμα και πόνος αβάστακτος. Φαίνεται ότι σήμερα οι νέοι δεν ερωτεύονται, δεν παθαίνουν αμόκ με τους έρωτές τους. Φαίνεται, κιόλας, πως οι διαχωριστικές γραμμές δεν είναι τόσο εμφανείς. Δεν υπάρχουν πια φτωχοί και πλούσιοι, εργάτες και κηφήνες, μετανάστες, πρόσφυγες και καθωσπρέπει πολίτες. Όλοι είμαστε τουρλού-τουρλού, ομοιόμορφοι και βράζουμε στο ίδιο καζάνι, το οποίο όμως δεν είναι και τόσο ζεστό για να μας ενοχλεί ιδιαιτέρως.

Ας δούμε όμως κάποια τραγούδια:

Πήρα ένα γράμμα, γράμμα πικραμένο
και μου γράφεις πως δεν θα γυρίσεις πια.
Γιατί γιατί γιατί; (να μια καλή ερώτηση)

Πες μου τι ’σου ’χω κάνει
για να μ’ απαρνηθείς δίχως λόγο
και να μην ξαναρθείς.
(θέλει να ξέρει ο άνθρωπος)

Παν’ οι ελπίδες που ’χα για σένα,
σβήσαν τα όνειρά μου.
Τώρα κατάλαβα πως λησμονιούνται
μάτια που βρίσκονται μακριά.
(τα πάντα χάθηκαν)

Κλαίει ο Αγγελόπουλος, κλαίμε κι εμείς, διότι όλοι έχουμε λάβει αυτό το γράμμα, αυτό το μήνυμα.

Να και μια άλλη εκδοχή:

Μου ’στείλαν ένα γράμμα
φαρμάκι και φωτιά
(και φαρμάκι και φωτιά),
μου γράφουν πως σε είδαν
σε ξένη αγκαλιά.

Μα εγώ να το πιστέψω
ακόμα δεν μπορώ,
γιατί δεν είχες λόγο
να το ’κανες αυτό.

Σπαράζει ο διαμαρτυρόμενος και απορημένος Πέτρος Αναγνωστάκης. Ποιός άραγε να είναι ο λόγος;

Ας δούμε και την άλλη πλευρά, όπου ο άνδρας παραδέχεται πως δεν είναι αλάνθαστος και ζητά συγγνώμη, μέσα στον απέραντό του πόνο. Δηλαδή, πήγε με άλλη, αλλά ικετεύει την «αγάπη» του, με ή χωρίς εισαγωγικά, να τον συγχωρέσει:

Μη με διώχνεις αγάπη μου πρώτη
μη ξεχνάς ότι είμαστε ανθρώποι,
που σε σφάλματα κατρακυλάμε
μα θλιμμένοι μια μέρα γυρνάμε
και με δάκρυ συγγνώμη ζητάμε

Σκληρά με παϊδεύουν οι τύψεις
μη θέλεις κι εσύ να με πνίξεις,
αν έχεις στα στήθια ανθρώπου καρδιά
συγχώρα με αγάπη μου ξανά.

Ο Αναγνωστάκης –προσέξτε τις λέξεις «στα στήθια ανθρώπου καρδιά», όπως λέμε «άδρωπος»– πάει να βγει κι από πάνω, ο πονεμένος.

Να και το μάταιο της υπόθεσης, ο απόλυτος πόνος, όπου η γυναίκα είναι πια σύμβολο της καταστροφής. Το λέει άλλωστε και ένα άλλο υπέροχο τραγούδι:

Γεννήθηκες για την καταστροφή
και ήρθες να γκρεμίσεις μια ζωή,
δε συλλογίστηκες τι πας να κάνεις
μαχαίρι μου ’μπηξες, τρελή, θα με πεθάνεις.

Και τώρα τρελοκόριτσο γελάς,
μα κατά βάθος κλαις και μ’ αγαπάς.

Αχχχχ γιατί να σε γνωρίσω
αχ γιατί να σ’ αγαπήσω.
(τι έπαθα ο καημένος)

Ποιος σου ’πε να ’ρθεις και να μπεις
στον δρόμο της ζωής,
να παίξεις με τον πόνο μου
να κάψεις την ψυχή μου.
(συνεχίζει ο άλλος)

Μαύρη να ’τανε η ώρα κι η στιγμή
που βρέθηκες μπροστά μου,
να μου πικράνεις τη ζωή
να κάψεις την καρδιά μου.

(αρχίζουν και οι κατάρες, αν και είμαι σίγουρος πως αν του έλεγε “εντάξει, σε παίρνω πίσω” θα πήγαινε βουρητός)

Ήμουνα λεύτερο πουλί
και είχα την υγειά μου
είχα την ησυχία μου
το γέλιο τη χαρά μου.

(εξηγεί και κλαίει τη μοίρα του ο Μενιδιάτης)

Και εγώ, στο τραπέζι που τα πίνω λείπει το ποτήρι της και ευτυχώς που υπάρχει και ο Καζαντζίδης να μου κρατά συντροφιά. Μου έτυχε να κάθομαι σε τραπέζι, μαζί με τη γκόμενά και την ερωμένη μου και πάλι να τραγουδώ αυτό το τραγούδι με πάθος, ωσάν και να μη μπορώ να ζήσω χωρίς τη γυναίκα του τραγουδιού.

(άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου)

Ας δούμε τώρα ένα από τα διαλογικά τραγούδια της εποχής, όπου ο άνδρας και η γυναίκα βγάζουν με τη σειρά τους τα εσώψυχά τους:

Κάποις μου είπε απόψε, αγάπη μου,
ότι με πονάς και δε με ξεχνάς.
Μου ’πε πως σε είδε για μένα να κλαις
τ’ όνομά μου να λες.

(παραπονιέται η Γιαννακάκη και απαντά ο Θεσσαλός)

Μη νομίζεις πως κι εγώ σε ξεχνάω
και δεν κλαίω για σένα.
Αχ με τα στήθια πληγωμένα γυρνάω
και με μάτια κλαμένα.
Πότε θα ’ρθεις, γλυκιά μου αγάπη
πότε θα ’ρθεις, γλυκιά μου αγάπη.

(η Γιαννακάκη στο τέλος βγάζει και συναινετικό συμπέρασμα, κάτι σαν κάθαρση)

Για να σβήσει ο καημός
κι ο σκληρός χωρισμός.

Υπάρχουν βέβαια και οι αντιδράσεις στην αδικία, όπου ο άλλος δεν αντέχει και θέλει να μείνει μόνος με τον πόνο του.

Δεν πουλάω την καρδιά μου
ούτε την πετώ,
μα την έδωσα σε σένα
γιατί σ’ αγαπώ.

Ούτε σου ζητώ συμπόνια
να με λυπηθείς.
Φύγε κι άσε με μονάχο
και μη ξαναρθείς.

(βογγάει ο Γαβαλάς)

Μα ο Καζαντζίδης επιμένει πως είναι αθώος, αν και παραδέχεται, εμμέσως πλην σαφώς, ότι ποθεί σεξουαλικά και θανάσιμα την κοπέλα.

Ποιος σου ’πε κούκλα μου,
ποιος είν’ αυτός,
που σου είπε δεν σ’ αγαπώ
και θέλω μονάχα να παίξω μαζί σου.

Εμένα η καρδιά μου λαχαταράει
να γίνει ταίρι με τη δική σου
(τάχατες θέλει να την παντρευτεί)
και τα φλογισμένα μου τα χείλη
μιλούνε μόνο για το φιλί σου,
αμάν για το γλυκό φιλί σου.
(αλλά η φλόγα για το φιλί δε σβήνει με τίποτα)

Aπο χείλη άτι ξέρει κι ο Χατζηαντωνίου :

Εσύ που χάρισες σε μένα την καρδιά σου,
την αγκαλιά, τα νιάτα σου, την ομορφιά σου,
δεν το περίμενα ποτές μου από σένα,
πως σ’ άλλον άνδρα τα φιλιά σου έχεις δοσμένα,
φαρμακωμένα χείλη, φαρμακωμένα χείλη.

(ενώ παραδέχεται πως του χάρισε τα πάντα, δεν το περίμενε πως θα συμπεριφερόταν ως πουτάνα και να πήγαινε με άλλον άνδρα)

Έδωσαν τα φιλιά τους πάνω στα δικά μου,
στον πονεμένο τον μεγάλο έρωτά μου
και πήραν ότι όμορφο είχα κοντά μου
φαρμακωμένα χείλη, φαρμακωμένα χείλη.

Το λαϊκό τραγούδι δεν είναι απελευθερωτικό, ούτε ανεβάζει το επίπεδο του λαού, ούτε όμως ισχυρίστηκε ποτέ κάτι τέτοιο. Το λαϊκό τραγούδι είναι η πονεμένη ψυχή των ανθρώπων που σκύβουν το κεφάλι, όχι για να προσκυνήσουν κάποια εξουσία, αλλά για να μετρηθούν με τα βάσανά τους. Ο λαϊκός άνθρωπος, που πάει να εκλείψει πια, έτσι κι αλλιώς τραγουδά για τις χαμένες του αγάπες, για τις μαχαιριές και τις προδοσίες, από οικεία ή μη πρόσωπα. Τραγουδά σε κάθε άκουσμα ενός τραγουδιού διαφορετικά πράγματα. Η Μαντουμπάλα πότε είναι η γυναίκα του, πότε η ερωμένη του. Μπορεί, όμως, να είναι η Σαμψούντα του, η Κερύνεια του, η Γιαλούσα του, μπορεί να είναι και η ξενιτεμένη κόρη του, μπορεί να είναι ακόμα και η άρρωστη μάνα του.

Ό,τι και να είναι «με μάτια κλαμένα στους δρόμους γυρνώ, μια αγάπη καινούργια ζητάω να βρω». Αυτά έχει το λαϊκό τραγούδι, να ταξιδεύει σε έναν άλλον κόσμο, έτσι για να περάσει κι αυτή η νύχτα, να σηκωθούμε την επομένη, να πάμε δουλειά, να ταΐσουμε την οικογένειά μας, να μας τα πάρει το κράτος, να μας γαμήσουν οι τράπεζες… και η ζωή να συνεχίζεται μέσα στην ίδια αθλιότητα. Ώσπου να έρθει ο Τσιτσάνης και να μας δώσει αυτή τη μικρή ελπίδα που ακούει «τον χτύπο μόνο της καρδιάς που μας βαφτίζει ανθρώπους», που λέει κι ο Σαββόπουλος. Ώσπου να έρθει ο Τσιτσάνης να μας ανοίξει τα μάτια και τα αυτιά σε άλλους κόσμους.

Μην απελπίζεσαι και δεν θ’ αργήσει
κοντά σου θα ’ρθει μια χαραυγή,
καινούργια αγάπη να σου ζητήσει,
κάνε λιγάκι υπομονή.

Αν είστε ανυπόμονοι, βάλτε Σαββόπουλος, Ντύλαν, Αλί Καν, Φαϊρούζ και Κιγκς. Βάλτε όλους τους νέγρους μπλουζίστες, πάλι με ένα κόμπο στο στομάχι θα μείνετε. Βλέπετε, η μουσική ούτε ενώνει ανθρώπους -σαχλαμάρες των προοδευτικών αυτές- ούτε κάνει επαναστάσεις. Απλώς μας κρατάει ζωντανούς για την επόμενη μέρα. Tον καθένα ξεχωριστά, τον καθένα με τον πόνο του κι εγω ακόμη κι εγώ με την φωνή της Γιώτας Λύδιας να επιμένω:

 «όσο είσαι μακρυά μου στάζει αίμα η καρδιά μου
θα πεθάνω κι ειναι κριμα στην φτωχή μου αγκάλη
γύρνα, πάλι γύρνα γύρνα»

(πάλι γύρνα πάλι γύρνα γαμώ το)

 B.Φ.

Εφημερίδα Όναγρος

Advertisements