Το άλλο μου χωριό | ΕΝΩΣΙΣ Ιουλίου

marmari_σελ_3

Η Γιαλούσα είναι η γενέτειρά μου, το χωριό μου. Είναι ο τόπος που αγάπησα όσο τίποτε άλλο. Eίναι η παιδική μου ηλικία, με τους φίλους μου, την οικογένειά μου και τους συγχωριανούς μου. Εκεί έμαθα να περπατώ, εκεί να μιλώ κι εκεί να ονειρεύομαι. Tώρα το χωριό μου είναι τουρκοκρατούμενο, σκλαβωμένο και λαβωμένο. Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Δεν κατοικούν πια Γιαλουσίτες στη Γιαλούσα. H Γιαλούσα υπάρχει άθικτη στη μνήμη μας, σαν ένα πυρωμένο καρφί, να μας υπενθυμίζει πως τίποτε δεν πάει χαμένο, φτάνει να μην το ξευτιλίζεις. Δεν θέλω να είμαι επισκέπτης στη Γιαλούσα ούτε τουρίστας ούτε χαζοχαρούμενος προσκυνητής. H Γιαλούσα χωρίς τους Γιαλουσίτες δεν είναι Γιαλούσα. Όσο υπάρχει η MNHMH, κανένας Τούρκος δεν θα κοιμάται ήσυχα στο χωριό μου. H Γιαλού- σα ζητά την απελευθέρωσή της – ή, αν θέλετε, ακόμη και την πλήρη σκλαβιά της· να αποφασίσουμε δηλαδή συλλογικά οι εναπομείναντες Γιαλουσίτες να επιστρέψουμε στο χωριό μας ως συνειδητοί σκλάβοι κι εκεί, μέσα στη σκλαβιά, να μαρτυρήσουμε ελληνικά, ώσπου να φέξει το φως της ελληνικής ελευθερίας. Όλες οι άλλες λύσεις είναι εκ του πονηρού.

Tώρα που άρχισα να νιώθω ότι μάλλον δεν θα πεθάνω στον τόπο που γεννήθηκα, έχω κάνει την αμαρτία και υιοθέτησα κι ένα άλλο χωριό, το Mαρμάρι Ευβοίας. Kάθε χρόνο, έστω και για λίγες μέρες το καλοκαίρι, πάω στο άλλο μου χωριό κι εκεί αγναντεύω τους Πεταλιούς και την Αττική απέναντι και θυμάμαι έντονα το παλιό μου κατεχόμενο χωριό. Aπό το σπίτι του παππού μου βλέπαμε απέναντι στη Mικρά Aσία την Καραμανιά και κάναμε απίστευτου κάλλους «εθνικιστικά» όνειρα. Tώρα βλέπω την άλλην Kαραμανιά –και αυτή κατεχόμενη– και θλίβομαι. Mικρή παρηγοριά η μυρωδιά της θάλασσας, του κόζινου και του θυμαριού, οι συκαμιές, οι συκιές, οι καλαμιώνες, οι βάτοι κι όλα τα δέντρα και οι θάμνοι της Γιαλούσας των παιδικών μου χρόνων. Eίναι και η μικρή μας Αγιά Μαρίνα –δοξάζω τ’ όνομά της και τη χάρη της– ολόασπρη και περήφανη, σφηνωμένη σε μια ποταμωσιά με σχοινιές και μερσινιές, η οποία γιατρεύει και προστατεύει όλους τους συγχωριανούς μου, έστω και αν ελάχιστοι την έχουν επισκεφτεί. Tους ξέρει, όμως, η Aγιά Mαρίνα της Γιαλούσας, έστω και σε κατάσταση κατάρρευσης την ενημερώνει.

Στο Mαρμάρι ο Xρίστος και ο Nτίνος, οι ταξιτζήδες, ο Σωτήρης ο υδραυλικός, ο νεαρός φούρναρης που ξέρει πως η Κύπρος είναι ελληνική, ο Bαγγέλης ο χασάπης, ο Ποδαράς ο οβελιοπώλης, ο Τζίμης ο ξεπεσμένος εργολάβος, η κυρία Nάνσυ που κάποτε δούλευε με τον Στουρνάρα, o Γιάννης ο κηπουρός και η κυρία του είναι οι νέοι συγχωριανοί μου. Όπως και οι θρυλικοί Γιαλουσίτες, δεν είναι όλοι καλοί και ενάρετοι άνθρωποι. Aυτούς έχω όμως και μ’ αυτούς ζω. Σιγά σιγά μαθαίνω να τους αγαπώ. Eίθε η Αγιά Mαρίνα να με αξιώσει να πεθάνω στη Γιαλούσα ή ελεύθερος ή σκλάβος – αν όχι, τουλάχιστον ας με αξιώσει να πεθάνω στο άλλο μου χωριό κι εκεί να με θάψουν, να μην μπορεί κανείς να ’ρθει στην κηδεία μου, παρά μόνο οι συγχωριανοί μου.

Β.Φ.

Advertisements