Βία στη βία της εξουσίας | ΕΝΩΣΙΣ Μαΐου

ethnikwlogikon

Εθνικωλογικόν Εκδοτικόν Σημείωμα Μαΐου

Πολλά είναι τα κακά που υφίσταται κανείς ως μετανάστης. Η καθημερινή άσκηση βίας, σωματικής και ψυχολογικής, που ασκείται σε όλους τους μετανάστες δεν περιγράφεται εύκολα. Μαθαίνεις όμως να ζεις με την κατάσταση αυτήν και να φτιάχνεις τις άμυνές σου για να μπορείς να ανταπεξέλθεις. Μία άμυνα –αν σε παίρνει– είναι να επιστρέφεις τη βία από όπου και αν προέρχεται. Μία άλλη είναι να την αποφεύγεις πάση θυσία. Αναλόγως των προσωπικών σου χαρακτηριστικών, κάνεις και τις επιλογές σου. Ως μετανάστης, προσπάθησα να κάνω και τα δύο. Απέτυχα οικτρά. Έμαθα, όμως, να μισώ θανάσιμα τη ΒΙΑ. Έμαθα να μην πέφτω θύμα του θυμού μου και της απελπισίας μου.

Τώρα βρίσκομαι ξανά σε απόγνωση. Ποτέ δεν περίμενα πως θα με κυριεύσει ο θυμός και πως στα γεράματά μου θα σκέφτομαι τη ΒΙΑ ΙΣΩΣ ΩΣ ΤΗ ΜΟΝΗ ΜΑΣ ΣΩΤΗΡΙΑ. Όταν όμως τα πάντα γύρω σου καταρρέουν και βλέπεις τους οικείους σου, τους φίλους σου και τους συμπατριώτες σου να κατατροπώνονται από τις λογής λογής εξουσίες, τότε σε πιάνει το παράπονο, θυμώνεις, μα νιώθεις και αδύναμος ν’ αντιδράσεις, να βρεις λύσεις στα αδιέξοδά σου. Όταν μια ζωή τα όνειρά σου καταρρακώνονται και η καθημερινότητά σου γίνεται ένας εφιάλτης, όπου δεν ξέρεις από πού θα σου ’ρθει το επόμενο χαστούκι, το επόμενο ψέμα, η επόμενη διάψευση, η επόμενη απάτη η οποία μάλιστα θα παρουσιάζεται ως ευεργεσία, τότε σου ’ρχεται να πιάσεις την πολιτική μας ηγεσία και να την κρεμάσεις στην πλατεία Ελευθερίας. Μόνο που η πλατεία Ελευθερίας δεν υπάρχει πια. Είναι εδώ και σχεδόν μια δεκαετία ένα απέραντο εργοτάξιο και κανένας δεν φαίνεται να θέλει να πιάσει τους δημάρχους και τους πολιτικούς απ’ τον λαιμό και να τους κρεμάσει, ας πούμε έξω από το Νέο Δημαρχείο. Καθημερινώς αγανακτείς με όλα όσα συμβαίνουν γύρω σου. Κατεδαφίζεται η αξιοπρέπειά σου και ματαιώνεται η κάθε σου ελπίδα. Πας να χαμογελάσεις και σου βγαίνει ξινό. Προσπαθείς να φιλοσοφήσεις τα πράγματα, αλλά ούτε οι αρχαίοι ούτε οι νέοι φιλόσοφοι μπορούν να σου δώσουν απαντήσεις.

Προσωπικά δεν ήθελα στη ζωή μου πολλά πράγματα. Ήθελα μια σύνταξη, να μπορώ να κάθομαι σε κάποιο λαϊκό καφενείο και να έρχονται φίλοι, παλιοί και καινούργιοι, να έρχονται φοιτητές και φοιτήτριες, να λέμε ιστορίες για τα παλιά, να πίνουμε κανένα ούζο και, μόλις σουρουπώσει, να πηγαίνω για ύπνο. Στους φοιτητές θα έλεγα την ιστορία με τους κουρκουτάδες που αναγκαζόμασταν να τρώμε στη Γιαλούσα τον καιρό της αστοσιάς και στις φοιτήτριες θα έλεγα την ιστορία που ο φίλος μου ο Σάββας εφύρτηκεν όταν έπιασα ένα τεράστιο φίδι μέσα στο Αιγαίον και το έψησα στα κάρβουνα και το φάγαμε πίνοντας μία μπουκάλα Αγγλίας. Τέτοια αθώα πράγματα ονειρεύτηκα. Για τα άλλα όνειρα, για μια Γιαλούσα ελληνική και ελεύθερη, ούτε λόγος. Σε λίγα χρόνια ούτε να λέμε αυτά τα όνειρα δεν θα επιτρέπεται.

Τώρα, όμως, με ζορίζουν να πάρω τη σύνταξή μου, διότι –άκουσον άκουσον– δεν έχω απολυτήριο γυμνασίου (αφού δεν πήγα γυμνάσιο, πώς θα έχω;). Όταν την πάρω τη σύνταξή μου όμως, δεν θα αξίζει και τίποτα το σπουδαίο, διότι οι λογαριασμοί που καταφθάνουν πια δεν είναι παίξε γέλασε. Δεν προλαβαίνεις να πληρώνεις, παρ’ ότι έχουν μειωθεί τα έσοδά μας και οι τράπεζες μάς απειλούν καθημερινώς. Τώρα με παίρνουν από την τράπεζα για να μου πουν ότι έχω αργήσει να πληρώσω τη δόση μου, ανεξαρτήτως εάν εδώ και είκοσι χρόνια πληρώνω κανονικά όλες τις δόσεις μου. Τώρα θέλουν κάτι παράλογους φόρους και κάτι νεόφερτα χαράτσια που δεν σε αφήνουν να ανασάνεις. Τώρα μάλιστα η αξία της όποιας περιουσίας έχουμε φτιάξει μηδενίζεται και, δεν φτάνει αυτό, ούτε καν μπορείς να την εκμεταλλευτείς είτε πουλώντας είτε ενοικιάζοντάς την. Ποιος και με τι θα την αγοράσει; Η απόγνωση άνοιξε λαγούμι, που λέει και ο τραγουδοποιός. Σε τέτοιαν κατάσταση πώς να μη σκεφτείς τη βία; Άιντε, πες πως σκέφτεσαι τη βία, ε και; Δεν είμαστε και νέοι · κάτι έχουμε βιώσει, κάτι έχουμε μάθει όλα αυτά τα χρόνια. Είδαμε τη βία σε όλες της τις εκφάνσεις, στην Ευρώπη και αλλού, και είδαμε πού οδηγεί. Οδηγεί σε μία Γερμανία πιο ισχυρή (Μπάντερ Μάινχοφ), οδηγεί σε μία Ιταλία μπερλουσκονική (αντάρτικο πόλεων), οδηγεί στις φυλακές και στον Παπανδρέου της χειρότερης εκδοχής του (17 Νοέμβρη).

Είναι φυσιολογικό να θέλεις να σκοτώσεις τον Αναστασιάδη και τον Χριστόφια και όλη τη συνοπαρτζιάν τους. Είναι φυσιολογικό να σε πνίγει το παράπονο και να κυριαρχεί ο θυμός, όμως ας μην πέφτουμε στις παγίδες τους. Ήδη πολλοί το κάνουν και λένε «ΤΩΡΑ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΜΙΑ ΧΟΥΝΤΑ», μόνο που ξεχνούν πως οι χούντες καταστρέφουν τις πατρίδες και φέρνουν ταυτοχρόνως και τους Τούρκους και αφήνουν ανέπαφους τους πολιτικούς να συνεχίσουν τα έργα τους, μάλιστα ως εθνοσωτήρες κιόλας.

Δεν μπορώ να σκοτώσω κανέναν, ούτε άνθρωπο ούτε κτηνό ούτε καν τα κτηνά που μας κυβερνούν. Θέλω μόνο να πεθάνω με μια σχετική αξιοπρέπεια σε χώματα ελληνικά, έστω και αν δεν είναι στο χωριό μου. Φοβάμαι το σκοτάδι που μας περικυκλώνει, φοβάμαι που δεν βλέπω φως στην άκρη της σήραγγας, φοβάμαι πως τα χειρότερα έπονται. Κουράγιο, αδέλφια. Ας μην παραιτηθούμε. Ο Θεός είναι μεγάλος. Να κρατηθούμε μέχρι να ’ρθουν καλύτερες ήμερες και, αν μας προκαλέσουν κι άλλο, δυστυχώς θα πρέπει να κάνουμε και αυτήν τη θυσία, να βροντοφωνάξουμε ΒΙΑ ΣΤΗ ΒΙΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ. Αυτό σημαίνει πως θα επιστρέψουμε στα κτηνώδη ένστικτα. Τι να κάνουμε; Η αυτοκτονία δεν είναι λύση.

Β.Φ.

Advertisements