Με τη φωνή και τη ψυχή των ποιητών μας…

16 (5)

Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά
που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.
Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές, που ηχούν και που
τις προσκυνούμε.
Ήχος στεκάμενος κούφιος, ίδιος με τη μοναξιά μας
ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.
Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε
τα σπίτια τα καλύβια και τις στάνες μας.
Κι οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα,
γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας.
Πώς γεννηθήκαν πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;
Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τον κλείνουν
οι δυο μαύρες Συμπληγάδες. Στα λιμάνια
την Κυριακή σαν κατεβούμε ν’ ανασάνουμε
βλέπουμε να φωτίζουνται στο ηλιόγερμα
σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν
σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν.

(Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ, Μυθιστόρημα, Ι΄)

 

Κάθε φορά που κάποιοι πάνε να μας πατήσουν στον λαιμό, δεν ξέρω γιατί, αλλά επιστρέφω στους ποιητές μας. Ανασηκώνω τα σκονισμένα βιβλία και διαβάζω ξανά τους ποιητές μας. Επιστρέφω στον Σεφέρη –σχεδόν πάντα στο πιο πάνω ποίημα– και απ’ εκεί προχωρώ στον Μόντη, στις ελιές και τις τερατσιές του. Και μετά, αφού περάσω από το «Πνευματικό εμβατήριο» του Σικελιανού και το «Άξιον Εστί» του Ελύτη, καταλήγω στον Βασίλη Μιχαηλίδη.

Αυτό δεν σημαίνει πως δεν φυλλομετρώ τους άλλους μας ποιητές. Κάτι θυμάμαι απ’ όλους και ανατρέχω και το βρίσκω, και κάθε στίχος είναι και μια μεγάλη παρηγοριά. Τώρα που αρτζιέψαν οι κρυφοί άνεμοι να φυσούσιν τζι αρκίνησεν να κρυφοσυννεφκιάζει, όλοι γνωρίζουμε το τέλος του δράματος. Το περιγράφει πολύ καλά ο Μιχαηλίδης στην «9η Ιουλίου» του. Ξέρουμε τι μας περιμένει… Όμως, σαν διαβάζουμε τους ποιητές, τίποτα δεν φοβόμαστε.

Σαν τον παππού μας, τον Διγενή τον Ακρίτα, τα βάζουμε ακόμη και με τον ανίκητο Χάροντα. Θα μας νικήσει στο τέλος με την μπαμπεσιά του, όμως εμείς ατού ο Γαβρίλης κάτι συμβαίνει, κάποια μαγιά μένει, και ξανά και ξανά, πάλι στα μαρμαρένια αλώνια, έστω και αν πάλι ηττηθούμε, θα βγούμε. Φαίνεται πως είναι στο DNA μας, φαίνεται πως ο Θεός δεν θέλει να μας εξολοθρεύσει για πάντα. Φαίνεται σαν κάτι να μας χρωστά. Κάποιοι λένε πως μας σώζει διότι δοξάσαμε τον γιο Tου όσο κανένας άλλος λαός. Άλλοι λένε, μεταφυσικά, πως ο Θεός είναι πολυεύσπλαχνος, όμως εγώ δεν τα πολυπιστεύω αυτά. Εγώ ξέρω τον λόγο και θα σας τον αποκαλύψω: Ο Θεός ξέρει καλά μόνο ελληνικά, είναι η μητρική Του γλώσσα· τις άλλες γλώσσες τις ξέρει από τον τεράστιο υπολογιστή που έχει εκεί πάνω (και, ως γνωστόν, οι μεταφράσεις των υπολογιστών είναι για κλάματα). Ο Θεός, σαν τα βρίσκει σκούρα με την κακία των ανθρώπων, καταφεύγει στους ποιητές μας για παρηγοριά· διαβάζει Καβάφη, Καρυωτάκη, Κάλβο και Παλαμά, διαβάζει και Παπαδιαμάντη, έτσι δυνατά, και μαζεύονται όλοι οι άγγελοι και Τον ακούν και αγαλλιάζουν. Και μετά, πριν φύγουν, ο Θεός τούς διαβάζει Σολωμό· και τότε, μαζί άγγελοι και Άγιοι ζητωκραυγάζουν «Ζήτωσαν τα όπου γης ελληνόπουλα, ζήτωσαν τα αδέλφια μας».

Να γιατί τη γλιτώνουμε: γιατί σιέπει μας που τ’ άψη ο Θεός μας. Έτσι και τώρα δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα. Θέλει αίμα, φυσικά, η σωτηρία μας, αλλά απ’ αυτό έχουμε πολύ – κι αυτό το γνωρίζει καλυτέρα απ’ τον καθένα μας ο ίδιος ο Θεός, έτσι κι αλλιώς τον ενημερώνει τακτικά και ο Χάρος.

Ο Μιχαηλίδης, όταν έγραφε τον πιο κάτω στίχο για τον Κυπριανό, γνώριζε πολύ καλά πως αυτόν τον στίχο τον έγραφε για τους μελλοντικούς αμούστακους Τζιυπριανούς αυτού του τόπου: 

Συ που σκοτώθεις για το φως,

σήκου να δεις τον ήλιο.

Ξύπνα, να δεις το αίμα σου

πως έγινε βασίλειο.

Ο Κυπριανός επίσης γνώριζε πως το αίμα θα συνεχίσει να ρέει άφθονο. Και τούτο φαίνεται απ’ αυτήν του την παράκληση προς τον Θεό:

Θεέ μου τζιαι συγχώρησε τους λας που μας μισούσιν

Θεέ μου τζιαι ξησκλάβωσε την άχαρην φυλή μας

Θεέ μου τζιαι στερέωνε τους λας που πολεμούσιν

Θεέ μου τζιαι συγχώρα μας τζιαι δέχτου την ψυσιήν μας.

Ο Κυπριανός, δυο βήματα πριν από την κρεμάλα, όπως ακριβώς εμείς σήμερα, κάνει την τελευταία του προσευχή:

Θεέ, που νάκραν δεν έσιεις ποττέ στην καλοσύνην,

λυπήθου μας τζιαι δώσε πκιον χαράν στην Ρωμιοσύνην.

Ο Θεός τον ακούει και, διά στόματος του ιδίου ποιητή, απαντά:

Το ’νιν αντάν να τρώ’ την γην,

τρώει την γην θαρκέται,

μα πάντα τζιείνον τρώεται

τζιαι τζιείνον καταλυέται.

Μια άλλη απάντηση θα μπορούσε να ήταν διά στόματος του μεγάλου Σολωμού:

Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη

περπατώντας η δόξα μονάχη

μελετά τα λαμπρά παλικάρια

και στην κόμη στεφάνι φορεί

γινωμένο από λίγα χορτάρια

που ’χαν μείνει στην έρημη γη […] 

Αυτή πρέπει να είναι και μια από τις δικές μας απαντήσεις. Τζι’ ας γινεί το γαίμαν μας αυλάτζιν.

Β.Φ.

Advertisements