Οι ξανθιές, η βράκα και η εθνική αλλοτρίωση

πατριωτισμοσΕΛΔΥΚ

«Λαλούσιν τα μελαγρινά

πως δεν έχουν αγάπην,

μα εγιώ για ’ναν μελαγρινόν

την νιότην μου ’χασά την.»

ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ

Στο τελευταίο τεύχος της εφ. Ένωσις έγραψα ένα σημείωμα για να εκφράσω την απέχθειά μου προς τις ψευδοξανθιές που έχουν πλημμυρίσει τον τόπο μας, αλλοιώνοντας την εικόνα που έχουμε για το τι εστί ελληνική ομορφιά, ελληνικό πρόσωπο και ελληνική φυσιογνωμία. Το κείμενο εκείνο χλευάστηκε από πολλούς και ενόχλησε ακόμη και μερικούς στενούς συνεργάτες. Κατανοώ ότι, ως εξηντάρης πια, δεν μπορώ να κατανοήσω τις σύγχρονες μόδες ούτε μπορώ να ακολουθήσω τις αναζητήσεις των νέων, αν και θεωρώ ότι αυτά δεν είναι στοιχεία που μπορούν να αναιρέσουν τις σωστές παρατηρήσεις, τις δικές μου ή πολλών άλλων, για τα φαινόμενα που παράγει ο σύγχρονος παγκοσμιοποιημένος πολιτισμός. Επιμένω, δηλαδή, πως οι ψευδοξανθιές και οι πλατινοκέφαλοι Έλληνες αποδεικνύουν, όχι ότι ο Ελληνισμός είναι μοντέρνος, αλλά ότι σταδιακώς αλλοτριώνεται, με σοβαρούς κινδύνους για το μέλλον αυτού του έθνους που, όπως δείχνουν τα πράγματα, αρνείται ή δεν μπορεί να αντισταθεί στον εξευτελισμό του. Επιμένω πως παίζει ρόλο η εμφάνισή μας, τα ρούχα μας, τα τραγούδια, τα φαγητά που τρώμε, το πώς μιλάμε, το πώς διασκεδάζουμε, ακόμη και το πώς περπατάμε.

Παραθέτω κάποιες σκέψεις μου και κάποιες δικές μου εμπειρίες. Στο Λονδίνο, με τα εκατομμύρια των ξένων, μπορούσες άνετα στο λεωφορείο ή στο τρένο ή στον δρόμο να καταλάβεις ποιος ήταν κυπριακής καταγωγής και ποιος όχι, μόνο από τη φάτσα, την κόμμωση και τις κινήσεις. Θυμάμαι, μάλιστα, πολλές φορές χαιρετιζόμασταν αυθόρμητα αναμεταξύ μας, χωρίς να γνωριζόμαστε. Θυμάμαι, επίσης, σωματότυπους Ελλήνων της Κύπρου που έχουν εξαφανιστεί από την Κύπρο εδώ και πολλά χρόνια, ενώ με πληροφορούν συγγενείς και φίλοι ότι στο Λονδίνο ακόμη υπάρχουν. Θυμάμαι πανέμορφες Κύπριες με πλούσια μαυροβελούδινη κόμη, μύτες σχεδόν γαμψές και μάτια «ππιρίλλες» να λάμπουν μέσα στο θολό τοπίο του Λονδίνου. Θυμάμαι ότι όσοι Κύπριοι δεν ήθελαν να μοιάζουν με Κύπριους αλλά με Άγγλους και προσπαθούσαν να αποποιηθούν την κυπριακή τους ταυτότητα έκαναν τα εξής κολπάκια: Προσπαθούσαν να μιλήσουν με αγγλική προφορά είτε τη λαϊκή του Λονδίνου είτε την αριστοκρατική, χαρακτηριστική των ανώτερων στρωμάτων, έβαφαν τα μαλλιά τους, κόμιζαν παντού ομπρέλα και έκανα εγχειρήσεις φτιάχνοντας καινούργιες μύτες, πολλές φορές πολύ γελοίες και άσχημες. Νοείται ότι αυτός ο κόσμος ήταν αγγλόφιλος και αγγλολάγνος ως το μεδούλι. Επιμένω, λοιπόν, πως πρέπει πάση θυσία να κρατήσουμε το ελληνικό μας μελαχρινό πρόσωπο, πως είναι ωραίο να κατανοούμε, ακόμη και από την εμφάνισή μας, από πού προερχόμαστε, πως είναι προς όφελος όλου του έθνους να είναι αναγνωρίσιμη η κάθε εντοπιότητά μας. Γι’ αυτό θα έλεγα ότι εμείς, οι πιο μεγάλοι, πρέπει να αρχίσουμε να προβληματιζόμαστε για την εμφάνισή μας.

Θα μπορούσαμε αρχικώς κάθε Κυριακή στην εκκλησία και μετά στους καφενέδες να κυκλοφορούμε με τις τοπικές ενδυμασίες ‒ εμείς εδώ με βράκες και γιλέκα και ποδίνες, κι όχι με τα φράγκικά μας. Θα μου πείτε πως αυτό θα είναι φολκλόρ. Ναι, αν δεν είναι ενταγμένο σε ένα σύνολο πραγμάτων που θα προστατεύουν την ταυτότητά μας, μπορεί να είναι και γελοίο.

Δεν θέλω να επιστρέψουμε στο 1913 ούτε είμαι υπέρ της νεκρής παράδοσης. Θέλω όμως να παραμείνω Έλληνας και Ορθόδοξος σ’ αυτόν τον τόπο, αλλιώς, ως κάτι άλλο, προτιμώ τη Νέα Υόρκη. Είναι καλύτερη η Νέα Υόρκη και από τη Νέα Σπάρτη και από τη Νέα Μάκρη και από την ενδεχόμενη Νέα Κερύνεια. Εάν με την εμφάνισή μας υπερασπιζόμαστε την ταυτότητά μας, τότε ναι, πρέπει να το κάνουμε. Τα περιθώρια στενεύουν. Ακόμη και ένοπλα πρέπει να παλέψουμε για ένα σωρό πράγματα, μικρά και ασήμαντα με μια πρώτη μάτια, αλλά θανατηφόρα για το μέλλον μας. Ναι, πρέπει να παλέψουμε για να παραμείνουμε Έλληνες. Ναι, πρέπει να παλέψουμε για τη σούβλα μας και το οφτόν κλέφτικον. Ναι, πρέπει να επιστρέψουμε στα χωριά μας ή, αν δεν είναι εφικτό, εκεί να καταλήγουμε τα Σαββατοκύριακα και τις γιορτές. Ναι, πρέπει να επιμένουμε σε περισσότερες θρησκευτικές εορτές κι ας φωνάζουν οι προοδευτικοί δάσκαλοι ‒ φτάνει, φυσικά, να ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΜΕ και όχι να έχουμε περισσότερο χρόνο να ξοδέψουμε στο διαδίκτυο. Ναι, πρέπει να αναβιώσουμε τις πανηγύρεις μας. Ναι, πρέπει να αντικαταστήσουμε τα πούκκικα με τους καφενέδες μας. Ναι, πρέπει να πάρουμε τα όπλα, αν κάποιοι προσπαθήσουν να καταργήσουν το τελικό μας «ν» και το τελικό μας «ς». Ναι, είναι πιο μάγκικο ένα μουστακούιν τύπου ΕΟΚΑ παρά ένα βρουλλούιν. Ναι, προτιμώ τις μακρομαλλούσσες Βίσση της δεκαετίας του ’80, παρά τις emo του 2000 και τις ξανθομπίμπο των καναλιών.

Ναι, ελπίζω να με αξιώσει ο Θεός να φορέσω βράκα και σαν περνά από δίπλα μου ο ενιαίος ελληνικός στρατός να γονατίσω και να προσκηνύσω τα ένοπλά μας νιάτα.

Advertisements