Δεν Ξεχνώ (Ένωσις Απριλίου)

Δημήτρης Μητροπάνος

Η Ελλάδα ψυχομαχεί. Η οικονομία έχει καταρρεύσει και οι άνθρωποι προσπαθούν να περισώσουν την αξιοπρέπειά τους και τις οικογένειές τους χωρίς να τους λυπάται κανείς, χωρίς καμιά συμπαράσταση, χωρίς καμιά ελπίδα. Εδώ και εκατοντάδες χρόνια, το μόνο αποκούμπι των λαϊκών μαζών και των κατατρεγμένων αυτής της γης ήταν το λαϊκό μας τραγούδι. Συνόδεψε γενιές και γενιές απαλύνοντας τον πόνο των ανθρώπων που υπέφεραν είτε απ’ τη φτώχεια είτε από έρωτα είτε από το κυνηγητό άπονων εξουσιών. Τα λαϊκά τραγούδια κράτησαν τον λαό όρθιο, ν’ αντέξει άλλη μια μέρα, με την ελπίδα το αύριο να είναι πιο φωτεινό.

Τώρα, που έχουν φύγει όλοι οι μεγάλοι μας λαϊκοί τραγουδιστές, η απώλεια του Μητροπάνου μάς βυθίζει ξανά στο μεγάλο πένθος. Πώς θα αντέξουμε πια χωρίς τους ανθρώπους που σφράγισαν τη ζωή μας; Τι θα γίνουμε χωρίς τους λαϊκούς μας βάρδους; Ποιος θα αντισταθμίζει τώρα όλο το σκουπιδαριό της λαϊκίζουσας και ποπίστικης υποκουλτούρας που προωθούν οι εταιρείες; Κακά τα ψέματα, τώρα που έχουν φύγει όλοι, και κάποιοι που έχουν απομείνει είναι γέροι και ανήμποροι, το λάιφσταϊλ, το ποπ και η γκέι γκλαμουριά θα ρημάξουν τον λαϊκό μας πολιτισμό.

Με τον Μητροπάνο τελειώνει και μια εποχή. Τελειώνει η εποχή όπου ο ίδιος ο λαός καθόριζε τον πολιτισμό του είτε με τη λαϊκή τέχνη είτε με την έντεχνη πτυχή της. Τώρα, έρμαια της τηλεόρασης, του λάιφσταϊλ και του παγκοσμιοποιημένου πολτού, θα περιμένουμε ακόμη χειρότερες μέρες, εκτός και αν όλοι μαζί ξαναβρεθούμε στους δρόμους, στις ταβέρνες και στα καφενεία και αρχίσουμε να τραγουδάμε τα δικά μας άσματα και τις δικές μας προσδοκίες.

“Εμένα δεν μ’ αγάπησε κανείς,
δεν ένιωσα ποτέ ένα χάδι,
πού είσαι μάνα να με δεις
δεν είναι δίπλα μου κανείς
το τελευταίο βράδυ. 

Άνθρωπο δεν έχω να με κλάψει
ούτε ένα κεράκι να μ’ ανάψει.
Μόνος ήμουν, μόνος είμαι, Χάρε μου,
την ψυχή μου πάρε μου.
Μόνος ήμουν, μόνος είμαι, Χάρε μου,
την ψυχή μου πάρε μου.”

Κι όμως, δεν είσαι μόνος, κύριε Μητροπάνε. Δίπλα σου είναι ο Στέλιος, είναι ο Στράτος, είναι ο Βασίλης και ο Μάρκος και ο Μάνος και ο άλλος ο Μάνος, και όλοι οι άλλοι με κεράκια στο χέρι και δίπλα τους ένας λαός στραβός, που σιγά σιγά ανοίγει τα μάτια και βλέπει φως.

“Ο Χάρος βγήκε, βγήκε παγανιά
μες στη δική μου γειτονιά
κι από τον πολύ συλλογισμό
έχασε τον λογαριασμό.

Κι από μια πόρτα χαμηλή
κι από μια σκοτεινή αυλή
βγήκε κλεφτά, κλεφτά ο σιδεράς,
ο σιδεράς και του είπε λόγια της χαράς.
Ο Χάρος βγήκε, βγήκε παγανιά
μες στη δική μου γειτονιά. 

Ο Χάρος βγήκε, βγήκε παγανιά
και θέρισε μια γειτονιά
και έγινε μαύρος ουρανός
και ανεμοζάλη και καπνός.

Advertisements