Πρόλογος Κώστα Ζουράρι στον «Ακάθιστο Ύμνο»

Χαῖρε Λόγε Λόγου Ἀχωρήτου

Χαῖρε ἡ χώρα τοῦ Ἀχωρήτου, ἣν ὁ Λόγος διώδευσε μόνος. Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, δίοδος τοῦ ὑπὲρ τὸν λόγον Λόγου. Ἀκάθιστος διέξοδος ἀπὸ τὸ ὑπόγειον τῆς φθορᾶς στὸ ὑπέργειον τῆς ὀμορφιᾶς. Ἐδῶ, σ’ αὐτὴν τὴν οὐρανοδρόμον Χώραν τοῦ Ἀκαθίστου, ναί, ὕμνος ἅπας ἡττᾶται! Πῶς, τάχα, θνητός, μὲ βρότειον φθέγμα, νὰ καλλιλογήσει τὴν θεορρήμονα καλλιφθεγξίαν τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου; Πῶς νὰ φθέγγεται, πεπερασμένος, ξεπεσμένος αὐτός, αἶνον γιὰ τὸν Ὕμνον, μὲ τὰ φθαρτά του λόγια, τὰ λασπωμένα τῆς χωματερῆς του;

Κι ὅμως! Ἡ ὑπεράρρητος εὐφθεγξία τοῦ Ἀκαθίστου προτείνει ὑπεραχρόνως σὲ ὅλους ἐμᾶς, τοὺς γεώδεις προσωρινούς, φθόγγους ἀφράστως μελῳδούς. Τόνους ἐλευθερωτικῆς σιωπῆς σημαντικούς: χαῖρε σιγῆς δεομένων, ἡ ὑπὲρ τὴν πλάσιν πίστις! Σιγῆς ἡμῶν, τῶν ἀναλωσίμων χθαμαλῶν, ὥστε αὐτόθι καὶ αἰὲν νὰ ὑπερεκλάμψει ἡ ἀκρουρανία Ἐλευθερία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου. Καὶ ὁ ἐλευθέριος Ἀκάθιστος νὰ μᾶς ταξιδέψει στὰ ἐκεῖνα, τὰ Ἐπέκεινα, ἐκεῖ ὅπου ὁ Λόγος κατενίκησε ἀκαταπαύστως τὴν φθορά! Ἐκεῖ! Στὰ πέραν τῶν ἐκεῖ, ὅπου ἡ Ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι γίνεται γιὰ μᾶς, ἀνεκπτώτως, ἡ συντρίψασα τῷ Τόκῳ της τὰς πύλας Ἅδου.

Ἀκαθίστου Ὕμνου μολπὴ Ἐλευθερίας! Γραφῆς γεγραμμένων λόγων, Σύ, Ἐλευθώ, Ἀντάρτη μυητικοῦ λόγου, Σύ, Ἐλευθερία μας… Κι ἐμεῖς, πρεσβείαις Σου, ἀπελεύθεροι. Διότι στὰ δικά σου ὑπερανελκυσθέντες, στῆς παναγίας Ὁλκάδος τὸ καλλίλογον καύχημα: ἡ ἀναβασιὰ τοῦ ἕλληνος Ἀκαθίστου Λόγου πρὸς τὸν ὑπὲρ τὸν λόγον Λόγον. Δι’ ἐκρήξεως τοῦ γραμμικοῦ, τοῦ κατὰ λόγον λόγου τῶν χθονίων θνησιγενῶν.

Τώρα, ἐδῶ, στὴ Χώρα τοῦ Ἀκαθίστου Λόγου, ἀνθρώπειος ὕμνος ἅπας ἡττᾶται, ὅτι ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί, κίβδηλοι ψαγμένοι καὶ κενοὶ φενακισταί. Τώρα, ἐδῶ, στὴ Χώρα τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ἄρχεις Σύ, μόνη ἀκτίς. Ἀδύτου φέγγους βολίς. Πυρίμορφου Λόγου κρηπίς. Χωρὶς τὰ βεβορβορωμένα τῆς κάθε Ἀρχῆς, πυριφθόγγου Κράτορος, Σύ, λιβυρνίς. Χωρὶς τὰ ἀρχολίπαρα τῆς κάθε καθεστωτικῆς εἱρκτῆς.

Σύ, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα, καὶ τὰ σάπια ψόφησαν! Τὰ διχαστικὰ κατεποντίσθησαν! Τὰ νεκρόφιλα ἐνάντια κατενικήθησαν: χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα! Ἡ ποὺ μᾶς ὁδηγεῖς στὸ ταὐτό, στὴν ταυτότητα τῆς Ἐλευθερίας μας, καί κατανικᾶς τἀναντία. Στὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο τὰ ἐναντία, ὅλα πρὶν μεταξύ τους ἄντην, νοσταλγοῦν καὶ γεύονται τώρα τὸ συνάντην. Τὴν Συνάντησιν: παρθενίαν καὶ λοχείαν μαζί, κατάσβεσιν καὶ ἀνάφλεξιν μαζί. Τὸ Συναμφότερον θάμβος. Ὁδὸς ἄνω κάτω, μία καὶ ἑωυτή, Σύ, φθορᾶς φθορά. Χαῖρε, δι’ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις.

Χαῖρε Κάλλος Λόγε κι ὁ Λαὸς ὑπερυψοῦται.

Στὸν Ἀκάθιστο ἡ χωμάτινη ξεπεσμένη μας φύση ἀποπειρᾶται ἀπόπειραν: μέσα ἀπὸ τὰ πεπερασμένα, κτιστὰ ὅρια τῆς ἡγεμονίδος ἑλληνίδος αὐδῆς, ἡ πόλις τῆς ἀνθρώπινης λάσπης, δι’ ἐκστατικῆς ἑλληνικῆς καταιγίδος τῶν λέξεων, θέλει νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸ Ἄναυδον. Μὲ τὸν θροῦν τοῦ Κάλλους, θρόισμα γαληνιαίας Σιγῆς: οἱ μὲν λόγοι ἔργον τοῦ παρόντος αἰῶνος εἰσίν, ἡ δὲ Σιωπή, μυστήριον τοῦ Μέλλοντος. Μύησις τοῦ ἐν σαρκὶ περιπολοῦντος πτωτικοῦ θεοῦ-πολίτη, διὰ τοῦ φθαρτοῦ ῥητοῦ, στὸ μυστήριον τοῦ Ὑπεραῤῥήτου. Διὰ τοῦ ξεπεσμένου γραπτοῦ.

Καί, ἐξαίφνης, ἐδῶ καὶ χαμαί, ἐν Ἀκαθίστῳ Ὕμνῳ, ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἄνω θρώσκει τὰς προσῳδίας, λέξις ψιλή, φράσις φθαρτή, νοσταλγίας γλῶσσα, κτιστὴ ἐν Ἀκτίστω: παρηχήσεις, συνιζήσεις, καθιζήσεις τῆς λογικῆς, τεντωμένες ἐξάρσεις ἐννοιῶν, ποὺ νὰ σπάσουν, λόγια ἀντιφατικὰ σὲ ὁμοιοτέλευτα ἀντιῤῥητικά, τείνουν…Τείνουν, ἐντείνουν. Πρός. Λόγια μεταξύ τους, κατὰ κόσμον ἀσύμβατα, παράλογοι δισσοί λόγοι, ἐριστικοὶ ἀλλήλοις, ποὺ τείνουν… Τείνουν, ἐντείνουν. Πρός…Πρός τὸν Ὑπὲρ τὸν λόγον Λόγον. Ὅπου τὰ ἐδῶ τοῦ Ἀκαθίστου γραπτὰ ὀξύμωρα γίνονται ἀπερίγραπτος Λόγος. Κι ὁ Λαός ὑπερυψοῦται… Καὶ ἴσως θεοῦται: καλλίλογος λαός, πολιορκημένος ἀπὸ τὴν φθορά. Ἐπανεστημένος ἀπὸ τὴν Ὀμορφιά. Ἀκάθιστος Λαός, Ἐλεύθερος πολιορκημένος. «Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων».

Ὀξύμωρα ἀντιφατικὰ θεόμορφα.

«Χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα (τὰ) πάντα»!

Μά, πῶς τὸ παράλογον τοῦτο; Ποιὰ θέση ἐπέχει στὴν τάξη τοῦ ὀρθοῦ λόγου; Τί λογικὴ ἰσοῤῥοπία εἶναι αὐτὴ ἡ λογικὴ ἀταξία; Ἂν βαστάζεις ἐσὺ τὸν βαστάζοντα τὰ πάντα, τότε ὁ βαστάζων τὰ πάντα δὲν βαστάζει τὰ πάντα! Ἄρα, λογικὴ ἀσυναρτησία;

Ναί, ἀλλὰ καὶ ὄχι! Διότι: καί, ναί, λογικὴ ἀσυναρτησία καὶ ὄχι, διότι λογικὴ συνάρτησις ἐν ὑπερβάσει ἀσυναρτησίας. Ναί, ἐδῶ συμβαίνει ὀξύμωρον σχῆμα, θεόμουρλο, ποὺ τείνει πρός, ἐντείνει τὸ λογικῶς ὀξύμωρον διὰ τῆς ὑπὲρ τὸν λόγον λογικῆς ὑπερεκτάσεως τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου: ἐδῶ συμβαίνει Ἀκαθίστου τὸ Συναμφότερον. Καὶ ἡ Παναγιὰ βαστάζει τὸν βαστάζοντα τὰ πάντα Χριστόν, καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ὀξυμώρῳ, ὁ Χριστός, ναί, βαστάζει τὰ πάντα, ἄρα καὶ τὴν βαστάζουσαν αὐτὸν Βρεφοκρατοῦσα! Ναί! Λογικὸν ὀξύμωρον, ὑπερλογικῶς θεούμενον, ποὺ μᾶς ἐντείνει ἐμᾶς τοὺς χωμάτινους καὶ μᾶς ἐπεκτείνει πρός. Πρὸς τὴν θέωσιν. Μέσα ἀπὸ τὴν τεντωμένη ἀποθέωση τῆς κατὰ κόσμον γραμμικῆς μας λογικῆς. Πού, ἔτσι γραμμένη, σὲ ἀπερίγραπτη, ὀξύμωρη λογικὴ ἀταξία, μᾶς νουθετεῖ, Νοῦς αὐτή, κατὰ Χάριν, πρὸς τὸν Ἀπερίγραπτον Λόγον: ἵνα ὦσιν Ἕν, ἡ ἀνθρώπινη στραβόλεκτη λασπωμένη οὐσία καὶ ὁ Ὑπερούσιος: δυνητικόν, Ἀκαθίστου λέξεως Συναμφότερον… Ὀξύμωρη μορφὴ ἀνθρωπείου λόγου, ποὺ τείνει πρός, ἐκτείνει πρὸς τὴν εὐ-μορφίαν Μορφὴν τοῦ ὑπὲρ τὸν λόγον Λόγου. Ἕν. Ἀνίσως καὶ ἴσως. Καί, πέραν.

«Χαῖρε ὕψος δυσανάβατον ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς, Χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς»!

Παρὰ λόγον παράδοξον: καὶ ὕψος δυσανάβατον καὶ βάθος δυσθεώρητον, κι ὅμως αὐτὸ τὸ –δυσ–, τὸ δυσχερές, ναί, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, καὶ τὸ ἀνεβαίνουμε, καὶ τὸ καλοβλέπουμε εὐχερῶς; Ὄχι. Ἀλλὰ καὶ ναί: εὐχερῶς, διὰ τῆς μεσιτείας, τῆς ἐπιεικείας τοῦ παναγίου λόγου τῆς Παναγίας, ποὺ καταργεῖ τὰ –δυσ– τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου, κόπου καὶ πόνου. Συναμφότερον τὸ ἐπιεικές. Δι’ ἐκστάσεως τῆς γραμμικῆς λογικῆς συνοχῆς, πρός. Πρὸς τὴν πρόσ­μειξιν μὲ τὸν Λόγον.

Χαῖρε τὸ ὀξύμωρον τῆς ἡμῶν λογικῆς σωτηρίας!

«Χαῖρε, ἡ τῆς ἀσπόρου συλλήψεως»!

«Χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα»!

«Ἄσπορον γονὴν τίς ἑώρακεν»;…ποὺ ρώτησε κι ἡ ἴδια ἡ Παναγίτσα τὸν Ἀρχάγγελο. Ἑώρακεν! Ἑώρακεν! Διότι ναί, τὴν ἑώρακεν, τὴν εἶδε ἡ ἀνθρωπότης τὴν ὑπερέκτασιν τῆς θνητῆς, χοϊκῆς λογικῆς ταξινομίας: ἑώρακεν τὸ τεντωμένο Συναμφότερον τῆς ὑπὲρ τὸν Καθημερινὸ λόγο μας λογικῆς: καὶ μητέρα καὶ παρθένα, ταυτοχρόνως καὶ μαζί. Ζευγάρι ἀξεδιάλυτο καὶ λογικῶς ἄλυτον ἡ παρθενία μαζὶ μὲ τὴν λοχείαν! Τόσο Συναμφότερον, ὅπως τὸ ἐκτυπώνει ἡ ἀπόπειρα τοῦ ἕλληνος λόγου νὰ ἐπεκτείνει τὴν πτωτική μας λογική, ἔστω καὶ μὲ ὀξύμωρα σχήματα τῆς γραφῆς του, ὥστε, ἴσως, νὰ μᾶς ὑπερεντείνει πρός. Πρὸς εὐχήν. Πρὸς εὐσχήμονα σχήματα τοῦ λόγου, ποὺ θὰ προτυπώνουν, ἐν νόστῳ, τόν Λόγον. Δός μοι λόγον, Λόγε, μὴ σιγῶν παρέλθῃς με…

«Χαῖρε, δι’ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει

Χαῖρε, δι’ ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει».

Ἡ ἔκλειψις τοῦ τρισηλίου φωτὸς γίνεται ἔλλαμψις. Ἡ ἀρά, χαρά. Κι ἡ κατάρα, λαχτάρα: μετοχὴ στὸν Ὑπερού­σιον πρωτελεύθερον, ποὺ θὰ ἀπελευθερώσει διὰ τῆς ἱερουργοῦ συμμείξεως, ἐμᾶς, τὴν γειωμένη δούλην πόλιν, γιὰ νὰ τὴν ἀπογειώσει πρός. Πρὸς τὴν ἄνω Ἀνώπολιν. Πρὸς Οὐρανούπολιν Ἐλευθερίαν.

Ὀξύμωρος λέξις τοῦ Ἀκαθίστου, Ἐλευθώ.

«Ὅλως ἦν ἐν τοῖς κάτω, καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος».

Καὶ ὅμως! Συν-βαίνει!

Συμβαίνει: κι ὅταν ἦταν στὰ κάτω, κι ἀπὸ τὰ ἄνω ἦταν οὐδόλως ἀπών, διότι, ταυτοχρόνως καὶ μαζί, ἦταν καὶ στὰ κάτω καὶ στὰ ἄνω. Δηλαδὴ ἄνω κάτω…

Ξανά. Δηλαδή: κι ὅταν ἦταν ἐντελῶς παρὼν στὰ ἄνω καὶ οὐδόλως εἶχε φύγει ἀπὸ τὰ ἄνω, ἦταν ὁλοκληρωτικά, ταυτοχρόνως καὶ μαζί, ναί, ἦταν καὶ στὰ κάτω!!! Δηλαδὴ ἄνω κάτω… Σχῆμα ὀξυ-δερκείας ὀξύσοφον; Σχῆμα ἒνθεον; Σχῆμα Ἀκαθίστου Ἐλευθερίας τοῦ Λόγου.

«…ἐν τοῖς κάτω καὶ τῶν ἂνω…»

Ὀξύμωρον θεόμουρλο; Ὄχι καὶ ναί! Καὶ ναὶ καὶ ὄχι! Δηλαδὴ τοῦ Ἀκαθίστου τὸ θεούμενον Συναμφότερον. Μούρλα θεόθεν: «καί τά μωρά τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός». Ἀλογία κατὰ θεῖον Λόγον…

«Ὁδὸς ἄνω κάτω, μία καὶ ἑωυτή»; Εἶναι λογικὴ αὐτή; Ἢ μήπως ἡρακλείτειος-Ἀκάθιστος-Βασίλειος ἑλληνική; Ἐν τοῖς κάτω καὶ τῶν ἄνω…

«Ὅλως… ἐν τοῖς κάτω», καθ’ ὁλοκληρίαν ἐν, μέσα στοὺς κάτω, μέσα σὲ μᾶς τοὺς παρακατιανούς: αὐτό, κατὰ φύσιν. Φυσικό.

«ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος»

Ἀλλά, «καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν».

«ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος»: ὄχι κι ἔτσι, διότι αὐτὸ εἶναι παρὰ φύσιν σὲ σχέση μὲ τὸ πιὸ πάνω. Παράλογο: …καὶ οὐδόλως ἀπὼν ἀπὸ τὰ ἄνω, τῆς ἄνω Ἀνωπόλεως. Ἄρα: Καὶ ἦν καὶ ἀπῆν μέν, ἀλλὰ κατὰ τὸ Συναμφότερον, καὶ ὅλως ἦν καὶ οὐδόλως ἀπῆν…ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος… Συναμφότερον, τὸ κατὰ τὸν χθόνιον τὸν πτωτικὸν λόγον, ναί, ἐντελῶς παράλογο!

Κι ὅμως! Μὲ τὸ λεκτικό, τὸ ὑπερεκλάμψεως λογικὸν κακόσχημον, ναί, μὲ τὸ τοῦ Πλάτωνος αὐτὸ «λεπτουργεῖν» ἐν λόγῳ, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος τῆς ἑλληνίδος φωνῆς ὑπερυψοῦται στὴν ὅλως ὑπερφαῆ ἔκρηξιν τοῦ Ὀξυμώρου. Καὶ μέσα στὸ κατὰ λόγον Ὀξύμωρον αὐτὸ κατεστημένη, ἡ ἐλληνικὴ γλῶσσα ψαύει -ἐν ἔρωτι συν-οὐσίας- τὸν κτιστὸν-γραπτόν, κατὰ χάριν καὶ μετοχήν, λόγον, ἀκραγγίζοντας, ναί, τὸν Ἀπερί-γραπτον Λόγον.

Κατὰ χάριν καὶ κατ’ ἐπιείκειαν, ὁ ξεπεσμένος, ὁ πεπερασμένος γραπτὸς λόγος τοῦ θνητοῦ γραφτοῦ μας νά ’χει Μετοχὴν στὸν Ἀπερίγραπτον Λόγον;

Ναί! Καθ’ ὑπέρβασιν τῆς λεκτικῆς καὶ ἐγκοσμίως λογικῆς ἀνακολουθίας. Κατὰ συγκατάβασιν. Ναί. Κατὰ συγκατάβασιν τοῦ θείου Λόγου, τοῦ ὑπεραῤῥήτως λογικοῦ, ποὺ συν-κατα-βαίνει, γιὰ νὰ συν-αντήσει τὸν ξεπεσμένο, χοϊκό, λασπωμένο λογικὸ λόγο τῶν θνητῶν: κρᾶμα, ὑπὲρ τὸν Λόγον, ὑπὲρ τὴν φύσιν, λόγου ἀνθρώπου καὶ θείου. Διὰ τοῦ ὀξυμώρου.

«Συγκατάβασις γὰρ θεϊκὴ γέγονε»: κι ἔτσι γέγονε κι ὁ θνητὸς Ἀκάθιστος Ὕμνος, ὁ κτιστὸς ἐξ Ἀκτίστου, ὁ χτισμένος μὲ θεία λάσπη ἀλάσπωτη, μὲ φράσιν ἀνθρωπίνως παράλογη καὶ ῥῆσιν ἐνθέως ὑπέρλογη, οἱονεί. Ἀχειρο­ποίητος ὁ Ἀκάθιστος ῞Υμνος, ὁ ποὺ μπόρεσε νὰ ὑπερυψώσει τὰ ἐριστικά, ἀντιφατικά του ὀξύμωρα, ἐκεῖ, στὴν ἀκρουρανίαν τῆς θείας ἐλλάμψεως. Καὶ τότε, γιὰ λίγο, μέσα ἀπὸ τὴν ὑπερουρανίαν λέξη τοῦ Ἀκαθίστου, γινόμαστε, τόσο λίγο, οἱ ἐν σαρκὶ περιπολοῦντες θεοί. Μέσα στὴ σύμμειξη, στὸ Συναμφότερον ἀνθρώπινης ἀσυναρτησίας καὶ θείας κρυφιομυστίας…

«Συγκατάβασις γὰρ θεϊκή».

Ἀκαθίστου Ὕμνου Χαῖρε.

«ἡ γέφυρα ὄντως ἡ μετάγουσα ἐκ θανάτου πάντας πρὸς ζωήν».

Ἀκαθίστου Ὕμνου Χαῖρε.

«ἡ πύλη μόνη, ἣν ὁ Λόγος διώδευσε μόνος».

Advertisements

One thought on “Πρόλογος Κώστα Ζουράρι στον «Ακάθιστο Ύμνο»

  1. Παράθεμα: Ο Κώστας Ζουράρις γράφει για τον Ακάθιστο Ύμνο. | ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΝΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.