Δημοσίευμα της «Ελευθεροτυπίας» για τις εκδόσεις «Αιγαίον»

 Από την Μαρία Τσάτσου…

 Οι Εκδόσεις Αιγαίον, με έδρα τη Λευκωσία, καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα. Πριν όμως μιλήσουμε για τα βιβλία πρέπει να μιλήσουμε για τις ιδέες που αρδεύουν τις Εκδόσεις Αιγαίον, για τον ιδεολογικό αέρα που πνέει σ’ αυτές. Ολη η σειρά φέρει την ονομασία «Κείμενα – Κειμήλια» και αυτό βεβαίως προϊδεάζει επαρκώς.

Διαβάζουμε, λοιπόν: «Τα κειμήλια (από το ρήμα κείμαι) είμαστε κάποια κείμενα, πάλι από το κείμαι, που δεν θα αυτοπροδιοριστούμε ως κλασικά, μα υπάρχοντα, εσαεί παρόντα». Και πιο κάτω, «Οταν, επομένως, λέμε ότι «ενθάδε κείμεθα» (εμείς τα κειμήλια-κείμενα), με το «ενθάδε» εννοούμε τη ρίζα μας, την ελευθερία, την όποια μορφή ελευθερίας, επειδή η ελευθερία είναι μία -ενιαία και αδιαίρετη- και με το «κείμεθα» δεν εννοούμε ότι είμαστε νεκροί, εδώ θαμμένοι, μα κεκοιμημένοι, ονειρευόμενοι, άνθρωποι άνω θρώσκοντες, ελεύθεροι, επειδή η ελευθερία είναι η πεμπτουσία της ανθρώπινης υπόστασης, που μας εξασφαλίζει την αιώνια νεότητα και την αθανασία».

Λέξεις προτρεπτικές, μ’ έναν ρωμαλέο ιδεαλισμό, και τη λέξη ελευθερία ν’ ακούγεται συχνά, αυτή τη μυστική, μαγική λέξη που φαίνεται να τα περιέχει όλα. Ενας ιδιότυπος θούριος, ο λόγος αυτός, υπερβαίνει κατά πολύ το σύνηθες λογύδριο διά του οποίου συνήθως παρουσιάζεται ένας εκδοτικός οίκος. Πρόκειται για ένα θεμελιακό κείμενο με ιστορικές-ιδεολογικές βάσεις και υιϊκή σχέση με το ιστορικό παρελθόν, ένα κείμενο το οποίο αφήνει πίσω του την αφαιρετική εξαγγελία για να περάσει σε επίπεδο προσωπικό: «Κι όταν λέμε «τοις ‘κείνων ρήμασι πειθόμενοι», με το «‘κείνων» εννοούμε τους πατέρες μας, που με το αίμα τους μας παρέδωσαν τη ρίζα ελεύθερη και με το «ρήμασι πειθόμενοι» εννοούμε την εντολή που μας άφησαν να φανούμε αντάξιοί τους και πολλώ κάρρονες, να την κρατήσουμε και να την ενδυναμώσουμε, για να δρατζιάσει το ίλαντρόν μας, όχι να παραλαμβάνουμε δέντρο και να παραδίδουμε κλώνο. Αυτοί είμαστε εμείς, οι κάρρονες».

Και μετά από αυτή τη θέση, η οποία αφήνει πολλαπλώς διάτρητες τις θεωρητικολογίες και τους -ισμούς, η προσωπική αποστροφή φτάνει στο απόγειό της με τα εξής λόγια: «Εσείς ποιοι είστε; Δεν θα πούμε οι χείρονες, μα πέστε μας. Ποιο είναι το ενθάδε, ποια η ρίζα σας; Πού κείσθε, σε ποιους τάφους, σε ποια κοιμητήρια; Ποιοι είναι οι εκείνοι σας; Ποια είναι τα ρήματα στα οποία είστε πειθόμενοι; Ιτε. Ηδη μας θάβουν ζωντανούς. Εμείς είμαστε οι πέτρες σας».

Δύσκολες ερωτήσεις, ίσως και επικίνδυνες, αν ήθελε κανείς να υπερπηδήσει τη ρητορική τους, αλλά δύσκολες και οι απαντήσεις, γιατί αναγκαίο είναι για να δοθούν βιώσιμες, κατά το δυνατόν, απαντήσεις, να σιγάσει λίγο το εξεγερμένο θυμικό, να κατασταλάξει το συναίσθημα και ο ιστορικός οίστρος που εμφωλεύει από αιώνες τώρα στο DNA μας, και να φιλοσοφήσουμε τα πράγματα, για να προβάλουν η νηφαλιότητα, η αντικειμενική κρίση, η προσπάθεια να δει κανείς ευμενέστερα το μέλλον (έστω και ως έκπληξη, κάτι είναι κι αυτό).

Αλλά, ας πάμε στους τίτλους, που αναμοχλεύουν, τιμούν και αποδίδουν για ακόμη μια φορά στην Ιστορία το πρόσφατο ιστορικό παρελθόν της Κύπρου και της Ελλάδας. Και κοντά σ’ αυτές, και άλλων χωρών. Ας αναφέρουμε, λοιπόν, «Καραολής και Δημητρίου: Η εκτέλεση που συγκλόνισε την Ελλάδα», με κείμενα των Αλμπέρ Καμύ, Κρίτωνα Σαλπιγκτή και Κωνσταντίνου Χολέβα. Σταχυολογώ από το κείμενο του 1955 του Καμύ: «Δεν θα κρύψω, από πλευράς μου, τα αισθήματα τρυφερότητας και αγάπης που μου γεννά ο ελληνικός λαός, που, όπως ο ίδιος διαπίστωσα, είναι μαζί με τον ισπανικό απ’ τους λαούς εκείνους που θα χρειαστεί στο μέλλον η βάρβαρη Ευρώπη για να δημιουργήσει ξανά έναν πολιτισμό». «Γράμματα Μελλοθανάτων»: Περιλαμβάνονται οι τελευταίες επιστολές που άφησαν πριν από την εκτέλεσή τους οι Α. Δημητρίου, Μ. Καραολής, Α. Ζάκος, Χ. Μιχαήλ, Ι. Πατάτσος, Α. Παναγίδης, Ε. Κουτσόφτας, Σ. Μαυρομμάτης και Ε. Παλληκαρίδης. «Εικονοστάσι: Οι νεκροί του Κυπριακού Επους 1955-1959»: Με φωτογραφίες των θυμάτων και σύντομα βιογραφικά. Νικόλα Ιωαννίδη: «Πλοιάρχου Ιωαννίδη Επικήδειος Λόγος», όπου ο πατέρας θρηνεί και ταυτόχρονα υμνεί με συγκινητικό τρόπο τον γιο του. Αυγουστή Ευσταθίου, «Αι τελευταίοι στιγμαί του Αυξεντίου», με «Ενα Υστερόγραφο» του Μιχαλάκη Τριανταφυλλίδη. «ΕΟΚΑ, ο Ελληνικός Αγώνας», του Μενέλαου Ν. Χριστοδούλου. «Ο Αγώνας της ΕΟΚΑ στη σύγχρονη Κυπριακή και Ελληνική Τέχνη», ομιλία του Λουκή Παπαφιλίππου. Περιέχονται έγχρωμες φωτογραφίες των έργων. «Ο Γελοιογράφος εναντίον σχεδίων τύπου Ανάν», με επιλογή γελοιογραφιών του ΠΙΝ, από την εφημερίδα «Φιλελεύθερος». «Πετράκης Γιαλλούρος, ο έφηβος της Καρπασίας», της Ελένης Θεοχάρους. «Διάγγελμα 2004», του Τάσσου Παπαδόπουλου. Σε ποιητική μορφή, «Οι Δώδεκα, μία ημιτελής συμφωνία», του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου. Εμπνευσμένη από το απώτερο ιστορικό παρελθόν και γραμμένη στο Κυπριακό ιδίωμα είναι «Η Ενάτη Ιουλίου του 1821, εν Λευκωσία» του Βασίλη Μιχαηλίδη, όπως και το Κυπριακό Δημοτικό «Το Τραούιν του Διγενή» και τα δύο κείμενα ιστορικά, με όλο τον πλούτο της λαϊκής παράδοσης.

Ο ιστορικός λόγος στις εκδόσεις Αιγαίον περιλαμβάνει επίσης κείμενα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ή σχετικά με αυτόν, με τον γενικό τίτλο «Οταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση», και το «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος», του Αλέξανδρου Υψηλάντη, με εισαγωγή και επιμέλεια του Θεοφάνη Μαλκίδη και τα δύο. Ενα άλλο σημαντικό κείμενο, σε απόσπασμα, είναι «Η Διήγησις της τρομεράς πολιορκίας και αλώσεως της Αμμοχώστου» του Αγγελου Γάττου, στρατηγού από το Ορβιέτο, ο οποίος κατέγραψε στην καθαρεύουσα περιστατικά του 1571 που καθόρισαν τη σύγχρονη Κυπριακή Ιστορία.

Αλλα σημαντικά ιστορικά κείμενα που καταξιώνουν τον σισύφειο αγώνα για την ελευθερία σε παγκόσμια κλίμακα είναι «Το Ημερολόγιο» του Μπόμπι Σαντς, «Το Μανιφέστο της Καρθαγένης» του Σιμόν Μπολίβαρ, και το «Πατρίδα ή Θάνατος», του Τσε Γκεβάρα. Σε μια άλλη φλέβα αναλλοίωτων ανθρώπινων πόθων που πέρασαν στην ιστορία είναι και το «Ανθολόγιο Ασμάτων» του Νίκου Ξυλούρη και του Στέλιου Καζαντζίδη, αντιστοίχως.

Το όλο εκδοτικό εγχείρημα επιστέφεται από τις «Ωδές» του Ανδρέα Κάλβου και τον «Υμνον εις την Ελευθερίαν» και τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Διονυσίου Σολωμού, με τις γνωστές πια, αλλά όχι συγχωρητέες, γλωσσικές επεμβάσεις.

Τον ποιητικό χώρο μέσα στις εκδόσεις Αιγαίον εκπροσωπούν Ελληνες και Κύπριοι ποιητές. Ενδεικτικώς αναφέρω τη συλλογή «Φασγάνου δίχα» της Κύπριας ποιήτριας Νάσας Παταπίου, η οποία συμπλέκει σε άρτιο ποιητικό ύφος, το μεσαιωνικό παρελθόν της Κύπρου και την ελληνική μυθολογία με ένα βίωμα προσωπικό, παλλόμενο και θερμό. Από το ποίημα «Αννα Λουζινιάν»: «Είχα μεταφερθεί μαζί της ως κλωστή / Νήμα χρυσό της Κύπρου / Από τα μέρη της Ανατολής / Στη μακρινή Σαβοΐα / Με είχαν κεντήσει με επιδέξιες βελονιές / Εφηβες δουλοπάροικες / …Γνωρίζοντας πως δεν θα επιστρέψω πίσω / Μίλησα μ’ ανθρώπινη λαλιά / Αν και κλωστή χρυσό νήμα της Κύπρου / Κεντημένο στον ποδόγυρο της Αννας / Θα λειώσω είπα θα ξεφτίσω αλίμονο / Επιθυμώ διακαώς να επιστρέψω / στο Δεινάρετο άκρο»

Το πρόσφατο και το απώτερο παρελθόν της Κύπρου συντίθενται, με τρόπο λόγιο μεν, γεμάτο βαθυστόχαστη συγκίνηση δε, στο έργο του δόκιμου νεοέλληνα ποιητή Γιώργου Γεωργούση, όπου μόνο μια καλά επεξεργασμένη στιχουργική θα μπορούσε με τόση περίσκεψη να εγκιβωτίσει τόσο πάθος, τόση υπαρξιακή αγωνία, τόση γνώση για τ’ ανθρώπινα: «Ξημέρωσε, με τα πολλά, κι η όγδοη ημέρα / -σα να μπαίνει ο θάνατος ανάποδα μέσα στον χρόνο, / τραβώντας την αυλαία πίσω του. / Ετσι ξεκίνησε η ψυχή να πάει στη μοναξιά της. / Χαμογελούν νεκροί κι αναστημένοι: / Ομορφη που ‘ναι η Ευρυδίκη. / Υπό την προστασία του θανάτου η ποίηση· / πώς να μην είν’ αθάνατη; («Το μέλλον του Ορφέα ή Η όγδοη ημέρα»). Σε πολυτονικό, η ποίηση του Γιώργου Γεωργούση, αγγίζει μερικές φορές δυσθεώρητα ύψη, όπως μ’ εκείνο το, σε κάλβειο ύφος, «Υψηλοκάρηνον Φρόνημα του Ανδρέου Κάλβου»…

«Οι Κραυγές» του Βάσου Λυσαρίδη, είναι μια ώριμη, λιτή ποίηση, βγαλμένη μεσ’ απ’ τη ζωή. Και πάλι, το πρόσφατο ιστορικό παρελθόν της Κύπρου εμπνέει αυτό το εγκόλπιο προς τους νέους, τις σκληρές ανειρήνευτες υποθήκες του ποιητή: «Κλαίω για τους στίχους / που δεν έγραψα / θρηνώ για τους πίνακες / που δεν ζωγράφισα. / Νοσταλγώ την άυλη βουνοκορφή του Ολύμπου / τόσο κοντά και τόσο μακριά / και παραμένω ακίνητος / στον χρόνο που σταμάτησε / και τις σκέψεις / που αρνούνται ν’ αυτοκτονήσουν» (από «Το ατέλειωτο ποίημα»).

Σαν μια λεπταίσθητη μουσική δωματίου ακούγεται η ποίηση του Κώστα Ριζάκη. Χαμηλών τόνων; Ισως, αν χαμηλών τόνων εννοούμε τη διάφανη μεταιχμιακή κατάσταση, όπου κρύβεται το μικρό ίχνος αιωνιότητας που όλοι έχουμε μέσα μας. Γονιοί, φίλοι, πίστη, μια ντροπαλή συναδέλφωση, τα μικρά αλλά τόσο σημαντικά σκεύη της ψυχής, η ανάμνηση των αγαπημένων μορφών διαβαίνουν από «Τα τελευταία ονόματα», των οποίων το εξώφυλλο κοσμεί ένα ωραίο σχέδιο της ζωγράφου Μαργαρίτας Βασιλάκου. Και τα ποιήματα αυτά είναι σε πολυτονικό. Παραθέτω απόσπασμα από το ποίημα «Επικίνδυν’ η μέρα»: «το κυπαρίσσι μάρτυρας το κυπαρίσσι – / κ’ ημιθανής η βρύση του στο πλάι / ν’ απολυμαίνει της νεκρής τ’ απόδειπνα / να σπαρταρούν στην άνοιξη τα βρύα / πικρό να σεργιανά πουλί πά’ στο σταυρό / περίτεχνη κι άφταστη τουρκοπούλα / να κλαίει να κλαίει κι απόξενα να λέει: / γλυκειά μανούλα ορφάνεψα στα μάρμαρα / μεσίτεψε στην Παναγιά έξω απ’ τον ύπνο / να στήνω άνεμος αυτί για ένα σου ψίθυρο / να στάξει ο ψίθυρος κεράκι σε μια λέξη / μ’ ευλάβεια να γραπωθώ απ’ το ποίημα / – στ’ όνειρο να περνώ, καθώς χαράζει!».

Υπάρχουν τα νέα ποιήματα του Ντίνου Χριστιανόπουλου και άλλες ποιητικές συλλογές, αξιόλογες, στις οποίες δεν υπάρχει η δυνατότητα να αναφερθούμε εδώ, καθώς επίσης και η σειρά «Μικρά Κείμενα», με πλούσια θεματογραφία. Για τα περισσότερα, η σκυτάλη περνάει στο Διαδίκτυο.

Advertisements