Πλοίαρχου Ιωαννίδη Επικήδειος

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε ως πρόλογος στο βιβλίο «Πλοίαρχου Ιωαννίδη Επικήδειος» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Αιγαίον». Μετά τον πρόλογο ακολουθεί ο Επικήδειος που εκφώνησε ο γιός του πλοιάρχου Ιωαννίδη, Νικόλας, στην κηδεία του πατέρα του. 

Ο επικήδειος του Νικόλα Ιωαννίδη, υιού του Πλοιάρχου Ανδρέα Ιωαννίδη, ο οποίος μαζί με 12 άλλους ανθρώπους έδωσαν τη ζωή τους προστατεύοντας την πατρίδα, δεν χρειάζεται κανένα σχόλιο από εμάς. Μιλά από μόνος του.Τον εντάσσουμε στη σειρά «Κείμενα-κειμήλια», όπου έως τώρα δημοσιεύσαμε μεγάλα και σημαντικά έργα της πνευματικής και πολιτιστικής μας παράδοσης, όχι για τις φιλολογικές του αρετές, αλλά επειδή είναι ένα κείμενο που αναιρεί τον καιρό του και κατ’ επέκταση την ηττοπάθεια, τον εθνομηδενισμό και τον ραγιαδισμό που με τόσο ζήλο καλλιεργούν όλοι οι εκσυγχρονισμένοι, απάτριδες οπαδοί της υποταγής μας στον νέο-οθωμανισμό και το λάιφσταϊλ.

Στην εποχή μας, κείμενα που πάνε κόντρα στο ρεύμα είναι σπάνια. Στην ισοπεδωμένη εποχή μας, όπου οι αξίες με τις οποίες επέζησε αυτό το έθνος χλευάζονται και καταπολεμούνται, σίγουρα τέτοια κείμενα και μάλιστα από τη νεολαία μας είναι πέραν της παρηγοριάς. Είναι η ελπίδα μας για το αύριο. Είναι η ελπίδα όλου του έθνους, είναι η συμβολή της ιδιαίτερης μικρής μας πατρίδας στην απολύμανση του έθνους από τα σκουπίδια και τις βρωμιές ενός ξενόφερτου πολιτισμού, που σταδιακώς μας μαλθακεύει ως έθνος και μας αφαιρεί αυτές τις αντιστάσεις, τις τόσο απαραίτητες για να αντέξουμε τις, κατά μέτωπο, πολλαπλές επιθέσεις.

Τέτοια κείμενα στην εποχή μας είναι κι η απάντησή μας προς όλους αυτούς τους απαισιόδοξους νεογενίτσαρους που δεν βλέπουν τίποτα το θετικό σε αυτό το λαό. Ο επικήδειος του Νικόλα, δεν είναι η αρχή μιας νέας πορείας, είναι το επιστέγασμα μιας πορείας που αρχίζει με τους μαθητές μας να κατεβάζουν τις τούρκικες σημαίες, τους μοτοσυκλετιστές μας να διεκδικούν τα πάτρια εδάφη, τα πιτσιρίκια των διαδηλώσεων εναντίον του σχεδίου Ανάν και τώρα της ακομμάτιστης νεολαίας και του λαού που έξω από το Προεδρικό και αλλού παλεύει για την εθνική και κοινωνική μας χειραφέτηση.

Παρά τη συκοφάντηση όλων αυτών των αγώνων, παρά τον χλευασμό που έδειξε η πολιτεία, τα πολιτικά κόμματα και πολλές φορές η ίδια η κοινωνία για κάθε κινητοποίηση εναντίον του ΑΤΤΙΛΑ και της κατοχής, το γλυκό κρασί του 55-59 συνεχίζει να απογειώνει τη νεολαία μας, συνεχίζει να τη μεθάει με το όραμα των Ελλήνων, το όραμα της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ.

Το κείμενο αυτό, τολμώ να πω, επισφραγίζει και την πρωτοπορία της Κύπρου στον εθνικό αγώνα για την απελευθέρωση ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ. Αποδεικνύει πια σαφέστατα πως αυτή η εσχατιά του έθνους με την τόσο προχωρημένη αλλοτρίωση της εθνικής και κοινωνικής ταυτότητας είναι ταυτοχρόνως και η γη που σήμερα δείχνει τον δρόμο της ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ μας. Ο επικήδειος του Νικόλα Ιωαννίδη φωτίζει όλα τα σημεία της αντίστασής μας. Δείχνει με σαφήνεια πώς πρέπει να βαδίσουμε προς την ΛΕΥΤΕΡΙΑ.

Τελικά ΔΕΝ είναι επικήδειος, αλλά ένα μικρό μανιφέστο εθνικής αυτογνωσίας και αντίστασης.

Αυτός ο λαός, σε Κύπρο και Ελλάδα, ακόμη να μιλήσει. Σαν μιλήσει δεν έχει να φοβηθεί τίποτα, ούτε Τούρκους, ούτε Εγγλέζους, ούτε ξένους, ούτε ΔΝΤ, ούτε τράπεζες, ούτε δικούς μας πεμπτοφαλαγγίτες. Να φοβάστε, ω εχθροί του ελληνισμού, αυτός ο λαός άρχισε να ψελλίζει και να ψάλλει… και ψάλλει Ε.

Bάσος Φτωχόπουλλος-Αλέκος Μιχαηλίδης

Ο Επικήδειος λόγος του πλοιάρχου Ανδρέα Ιωαννίδη

«Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερων έστιν η πατρίς και σεμνότερον και αγιώτερον». Σε αυτή τη φράση του Πλάτωνα συμπυκνώνεται η πεμπτουσία του Ελληνισμού. Με αυτές τις παρακαταθήκες διαιωνίζεται το Γένος μας κι εσύ δεν μπορούσες να αποτελέσεις εξαίρεση.

Ξέρεις πατέρα, μέχρι να υπηρετήσω τη στρατιωτική μου θητεία δεν καταλάβαινα γιατί έλειπες τόσο συχνά. Μετά κατάλαβα πόσο τεράστιος είσαι. Μια ζωή στην πρώτη γραμμή με τους συναδέλφους και τους ναύτες που αγαπούσες, για να φτιάξεις ένα δυνατό Ναυτικό που να μπορεί να υπερασπιστεί την πατρίδα μας. Μετά βίας σου έβγαζα καμιά κουβέντα για την κατάσταση που επικρατούσε, αλλά απ’ όσα μου έλεγες ήταν διάχυτη η πικρία σου για την αδιαφορία των ανωτέρων να εξοπλίσουν το Ναυτικό μας. «Δεν μπορώ να εκτελέσω την αποστολή μου», έλεγες, γιατί ήξερες πολύ καλά πως «έχομεν Γην και Πατρίδαν, όταν έχομεν πλοία εις την θάλασσαν». Γι’ αυτό πάλευες, αλλά έβρισκες πόρτες κλειστές. Ωστόσο, αυτή σου την απογοήτευση προσπαθούσες να μην τη μεταφέρεις στο σπίτι και την οικογένειά σου. Μπορεί πολλοί να νόμιζαν ότι ήσουν και μαζί μας αυστηρός, όπως με τη δουλειά σου. Ουδέν αναληθέστερον. Εξάλλου, αν καμιά φορά θύμωνες και φώναζες σ’ εμάς, τα γλυκόλογα και τα πειράγματα της γυναίκας και των παιδιών σου σε ηρεμούσαν αυτοστιγμεί, ίσως και λίγο αργότερα αν ήσουν πολύ θυμωμένος.

Πολλοί μου λένε να είμαι περήφανος για τον πατέρα μου γιατί είναι ήρωας. Μπορεί να μη σου το είπα ποτέ ρητώς, αλλά πάντα ήμασταν περήφανοι για σένα, δε χρειαζόταν να σε δολοφονήσουν στυγνά οι κυβερνώτες, δεν ήταν απαραίτητο να γίνεις κομμάτια για να καυχώμαστε για σένα. Όχι πως περίμενα κάτι άλλο από εσένα, τουλάχιστον έπεσες στις επάλξεις, στη ναυτική βάση που αφιέρωσες τόσο χρόνο και κόπο να ανεγερθεί και να’ ναι το καμάρι της Εθνικής Φρουράς. Να είσαι σίγουρος ότι μας μπόλιασες με τα ανώτερα ιδανικά της Φυλής μας, αυτά για τα οποία αγωνίστηκες και εν τέλει θυσιάστηκες.Γαλουχηθήκαμε με τις αρχές και τις αξίες του Ελληνισμού και είμαστε γεμάτοι απ’ αυτές μέχρι το μεδούλι μας.

Στο ερώτημα «γιατί να γίνει η έκρηξη» θα απαντήσουν οι εμπειρογνώμονες και ορκίζομαι στο σεπτό σου σκήνωμα ότι οι ένοχοι θα πληρώσουν για σένα και τους υπόλοιπους λεβέντες. Όσον αφορά το ερώτημα «γιατί ο πατέρας μου», αυτό είναι εύκολο ν’ απαντηθεί. Γιατί ποτέ δεν κιότεψες, ποτέ δεν απαρνήθηκες την ευθύνη. Γνήσιος εκφραστής των διδαχών του Λεωνίδα, των Μαραθωνομάχων, των ανταρτών του 1821, των ηρώων του Έπους του 1940, των λεβεντών του 1955, των ηρωικώς πεσόντων του 1974. Όταν επισκέφθηκα το χώρο του εγκλήματος στο Μαρί, μέσα στο μυαλό μου βούιζαν τα λόγια των λεβεντών που θυσιάστηκαν εκεί: «Ω ξειν αγγέλειν Έλλησι Κυπρίοις ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι».

Όταν το μοιραίο πρωί οι καπνοί από την έκρηξη έφτασαν στο σπίτι μας, πριν ακόμα μάθω οτιδήποτε, ένιωθα ότι μέσω αυτής της σκόνης ήρθες για τελευταία φορά κοντά μας. Δε σε αγκάλιασα γιατί θα με περνούσαν για τρελό, ίσως ήθελα να διατηρώ την ψευδαίσθηση ότι θα σε δω το μεσημέρι πριν πάω δουλειά. Είδες όμως, έχασα την τελευταία μου ευκαιρία να σε αγκαλιάσω. Ελπίζω να με συγχωρέσεις. Η φλόγα σου υπάρχει μέσα στη μάνα μου, εμένα, την Κυριακή και το Χριστόφορο. Και θα μεταλαμπαδευθεί παντού. Θα κάνουμε τα πάντα για να μην ξεχαστούν οι αγώνες σου.

Και που’ σαι, όταν συναντήσεις το Μάτση και τον Αυξεντίου, τον Τάσο Ισαάκ και το Σολάκη Σολωμού, πες τους να μην ανησυχούν γιατί ο σπόρος που φύτεψαν έχει αβγατίσει. Και εσύ, μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά είστε οι πιο πρόσφατοι ήρωες στο ήδη υπερπλήρες Πάνθεον της Ελληνικής Ιστορίας. Γιατί όσο κι αν προσπαθούν οι λογής Πηλιογούσηδες και Εφιάλτες να μας ξεριζώσουν, εμείς είμαστε τραχείς: «Χρόνια σκλαβκιές ατέλειωτες, τον πάτσον τζιαι τον κλώτσον τους, εμείς τζιαμαί, ελιές τζιαι τερατσιές πάνω στο ρότσον τους».

Ήσουν πολέμιος της φυγοστρατίας, το θεωρούσες και είναι υποτιμητικό. Γι’ αυτό και τώρα, μετά το τραγικό συμβάν που οι απάτριδες και οι ριψάσπιδες καλούν τους νέους να μην υπηρετήσουν την πατρίδα, ξέρω ότι θα είσαι έξαλλος. Γιατί κι εσύ αντιμετώπιζες την ανικανότητα και ανευθυνότητα των αρχόντων του τόπου, αλλά δε σταμάτησες να υπηρετείς την πατρίδα. Δεν το έκανες για όλους αυτούς τους ανάξιους που μας κυβερνούν, αλλά για τη σκλαβωμένη πατρίδα μας και τους ανθρώπους της. Απαρνήθηκες τον νεοταξίτικο ατομικισμό και έκανες βίωμά σου την ελληνόπνευστη συλλογικότητα. Έτσι, λοιπόν, δεν πρέπει ν’ απαξιώνουμε τις τιμημένες Ένοπλες Δυνάμεις και τα στελέχη που παλεύουν νυχθημερόν κάτω από αντίξοες συνθήκες, εισπράττοντας την αδιαφορία και τη θυμηδία της πολιτικής ηγεσίας. Απαξιώστε τους θρασύδειλους κυβερνώντες και όχι το στράτευμα!

Αγαπητοί Αξιωματικοί, Υπαξιωματικοί και Ναύτες του ένδοξου Πολεμικού Ναυτικού. Σας βλέπω με τις άσπρες σας στολές, λεβέντες και λεβέντισσες, και ξέρω πως ο πατέρας μου ήθελε το καλύτερο για σας, αλλά και να’ στε οι καλύτεροι. Είμαστε μια οικογένεια, γιατί ξέρετε πως ο πατέρας μου σας είχε σαν παιδιά του. Απαιτούμε στη μνήμη των νεκρών μας να ανοικοδομηθεί άμεσα η Ναυτική Βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» και να μην τεθεί ούτε για μια στιγμή σε κίνδυνο η ασφάλεια οποιουδήποτε στελέχους ή ναύτη, με τη χρησιμοποίηση εμπορευματοκιβωτίων ως κτηρίων. Τα κονδύλια που παίρνετε να τα δώσετε μια φορά για το κοινό καλό και όχι για ίδιον όφελος.

Κι εσείς περήφανοι Αξιωματικοί, Υπαξιωματικοί και Ναύτες, σπάστε τον άτυπο νόμο της σιωπής, αντιδράστε, ξεσηκωθείτε. Τα εκρηκτικά εξερράγησαν στα ήδη σεσηπότα θεμέλια του κράτους και το εκθεμελίωσαν. Να βγει όλος ο κόσμος στους δρόμους, να υπάρξει πάνδημη διαμαρτυρία για όλα αυτά τα τραγικά και ν’ απαιτήσουμε παραίτηση και φυλάκιση των υπευθύνων. Ξεσηκωθείτε, φωνάξτε. Μας δολοφονούν! Αν δεν υπάρξουν δομικές και συστημικές αλλαγές, την επόμενη φορά μπορεί να βρεθούμε εμείς σ’ αυτή τη θέση. Μην πιστεύετε τις πομφόλυγες των κρατούντων. Απαιτήστε την παραδειγματική τιμωρία των ανεύθυνων και ανίκανων κυβερνώντων. Μην το μετατρέψετε σε πεδίο κομματικών αντιπαραθέσεων· κανείς δεν το θέλει αυτό. Μόνο δικαιοσύνη ζητούμε.

Πλοίαρχε Ιωαννίδη ήμουν και είμαστε περήφανοι που σε είχαμε σύζυγο και πατέρα. Σ’ ευχαριστούμε περισσότερο γιατί έκανες πράξη τις ιδέες σου, με τις οποίες μας γαλούχησες και δεν έμεινες στα λόγια. Μαζί με τους υπόλοιπους λεβέντες υπογράψατε το μακρύ κατάλογο των ηρώων που με το αίμα τους πότισαν το δέντρο της Λευτεριάς και απέδειξαν ότι, όσο κι αν μας πολεμούν, ο Ελληνισμός δεν πρόκειται να χαθεί εδώ στην ανατολικότερη εσχατιά της Ελλάδας. Πραγματώσατε αυτό που έγραφε περήφανα ο Μάρκος Δράκος στον πατέρα του: «Ο Έλληνας γεννήθηκε αγωνιστής· σαν τέτοιος πρέπει να στέκεται στις επάλξεις, ακοίμητος φρουρός των ιδανικών και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας»Δε θα μπορούσαμε να έχουμε αξιότερο πατέρα. Δε σου πρέπουν μοιρολόγια γιατί δεν πέθανες, ζεις μέσα στον καθένα μας.

Αιωνία  σου η μνήμη.

Αθάνατος!

Νικόλας Ιωαννίδης, υιός.

Advertisements