Μαρί, η μεγαλύτερη επιτυχία του Χριστόφια

H τραγωδία στο Μαρί έφερε στην επιφάνεια μία τρομακτική κρίση θεσμών, λογικών και πρακτικών που σοβεί στην νεοκυπριακή κοινωνία κάτω από την επίπλαστη και σαθρή ευημερία. Άλλοτε αδιαμφισβήτητη, ακόμα και η τελευταία δείχνει να κινδυνεύει από αυτήν, καθώς τα τεκταινόμενα φέρνουν ολοένα και πιο κοντά την Κύπρο στον «μηχανισμό στήριξης», που δεν είναι τίποτε άλλο από μηχανισμό υποδούλωσης και οικονομικής ισοπέδωσης των κρατών καθώς και εκπτώχευσης των πολιτών τους. Κι όμως, αυτός ο μηχανισμός θα είναι μόνον η αρχή, καθώς η ένταξη της Κύπρου σε αυτόν θα επιταχύνει έναν άλλον μηχανισμό, εκείνον της εξεύρεσης μιας «δήθεν λύσης», νεο-οθωμανικής κοπής, που θα «επανενώσει» το νησί με όρους υπαγωγής του κυπριακού ελληνισμού στην τουρκική σφαίρα επιρροής.

Αυτά διαφαίνονται στον ορίζοντα. Αν πριν από αρκετούς αιώνες το δίλημμα που αντιμετώπιζε ο ελληνισμός ήταν μεταξύ της δυτικής τιάρας, και του τουρκικού σαρικιού, σήμερα αμφότερες οι δυνάμεις που αξιώνουν την υποδούλωσή μας σε Δύση και Ανατολή, φορούν κοστούμια και σφίγγουν τα χέρια. Ο «μηχανισμός στήριξης» θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε να απαλλοτριωθεί ο πλούτος του νησιού από το ξένο μεγάλο κεφάλαιο, ενώ το «νέο κράτος» θα εγγυηθεί το νέο καθεστώς «τουριστικής ανάπτυξης και ευημερίας» με νέους, σταθερούς θεσμούς και μηχανισμούς. Ούτως ή άλλως, σήμερα τα πολιτικά δεδομένα που επικρατούν στο νησί, δεν επιτρέπουν  την υπερεκμετάλλευση των κατεχομένων, κι έτσι η «επανένωση» είναι το κλειδί που θα ανοίξει την πόρτα σε ένα νέο μεγάλο κύμα επενδύσεων και αξιοποίησης του οικονομικού «συγκριτικού πλεονεκτήματος» της Κύπρου. Χώρια τα υποθαλάσσια κοιτάσματα του φυσικού αερίου.

Κάπως έτσι θα προσπαθήσουν να δέσουν το γλυκό ώστε να φάνε όλοι τους, Τούρκοι, Δυτικοί αποικιοκράτες, και η κοσμοπολίτικη, νεοκυπριακή άρχουσα τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, πολιτικοί και επιχειρηματίες. Μεγάλος χαμένος θα είναι ο κυπριακός ελληνισμός που θα δεί την ελευθερία του να εξανεμίζεται εν μέσω αλλεπάλληλων συνδιασκέψεων, συμφωνιών και λεπτών διπλωματικών διατυπώσεων.

Όχι, δεν είναι καταστροφολογία, ούτε φοβικά σενάρια επιστημονικής φαντασίας. Εκεί απειλεί να μας οδηγήσει η κρίση που προκάλεσε το Μαρί. Γι’ αυτό θα πρέπει να την εντοπίσουμε ταχύτατα και να την αντιμετωπίσουμε.

Απέναντί της, ο κυπριακός πολιτικός κόσμος, φαίνεται παντελώς ανίκανος να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.

Το ΑΚΕΛ, πασχίζει να μας αποδείξει ότι έχει εκτρέψει την κυπριακή δημοκρατία στο πιο ασύδοτο καθεστώς της χειρότερης μπανανίας. Ορίζει μονομελή (!) επιτροπή για να αποφασίσει για τις ευθύνες της τραγωδίας, εξαπολύει χαφιέδες σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη του νησιού, και καρφώνουν στην αστυνομία αυτούς που τραγουδάνε «Χριστόφια Παραιτήσου», οργανώνει αντισυγκεντρώσεις σε πορείες διαμαρτυρίας. Μια κατάσταση «σταλινοζουλού», όπου κυριαρχούν οι φύλαρχοι, οι μπράβοι, η πιο οπισθοδρομική εκδοχή της πολιτικής πατρωνείας.

Οι δε υπόλοιποι, έχουν επιδοθεί στον κλασικό «πόλεμο χαρακωμάτων», σε μια πολύ τυπική περί των ευθυνών συζήτηση που δεν αγγίζει παρά μόνον την παρανυχίδα του προβλήματος.

Πώς να μπορέσουν όμως; Αποτελούν μέρος του προβλήματος και όχι μέρος της λύσης τους. Γιατί αυτό τους ξεπερνάει και τους αγκαλιάζει όλους, βρίσκεται δυστυχώς στα θεμέλια της νεοκυπριακής κοινωνίας. Είναι πρόβλημα του όλου οικοδομήματος.

Η αλήθεια είναι ότι αυτό που φταίει είναι ότι έχουν εξαντληθεί τα καύσιμα του ίδιου του νεοκυπριωτισμού.

Αυτό ήδη φάνηκε με το σχέδιο Ανάν.

Οι νεοκύπριοι είπαν να αναδιοργανώσουν το ελεύθερο μέρος του νησιού μετά την εισβολή, να ποντάρουν επάνω στην ευημερία, να φτιάξουν ένα ανεξάρτητο ευνομούμενο κράτος που θα αντιμετωπίσει το πρόβλημα της κατοχής και της επιθετικότητας διά της ανάπτυξης, και της αναβάθμισης του βιοτικού επιπέδου. Ένα όραμα υποτίθεται σύγχρονο, που έπειθε τους Έλληνες ότι θα λύσουν το πρόβλημα της επεκτατικότητας με το να καμώνονται τους λεβαντίνους.

Το όραμα αυτό κατέληξε στο σχέδιο Ανάν. Τόσες προσπάθειες της «ευημερεύουσας πολιτείας» για διεθνοποίηση του προβλήματος, δεν κατάφεραν τίποτε περισσότερο από τη σύμπηξη ενός σχεδίου που ζητούσε από τον κυπριακό ελληνισμό να παραδοθεί. Ωραία επίδοση! Η νεοκυπριακή στρατηγική αντί για την εξασφάλιση οδήγησε, και οδηγεί στην καταστροφή.

Μετά τη μεγάλη διάψευση του σχεδίου Ανάν, βιώνουμε την υστερική παραπαίουσα περίοδο του νεοκυπριωτισμού. Αυτή συμβολίζει ο Χριστόφιας και το ΑΚΕΛ.  Σύμβολό της η λύσσα για την επίτευξη κάποιας συμφωνίας. Με κάθε μέσο και με κάθε τίμημα. Θύμα αυτής της λύσσας υπήρξε και η υποβάθμιση της Εθνικής Φρουράς. Τι χρειαζόμαστε τα όπλα και τα κανόνια, τάχα, αν τα ξαναβρούμε με τον κατακτητή; Ο πρόεδρος, όλοι το ξέρουν, αντιπαθούσε σφόδρα το στρατό του κράτους του. Και τον έγραφε στα παλιά του τα παπούτσια, ενώ συχνά μάλιστα τον εξευτέλιζε με το γάντι, μέσα από μικροπαραβάσεις των πρωτοκόλλων.

Υπ’ αυτή την έννοια, το Μαρί υπήρξε επιτυχία της πολιτικής Χριστόφια, κι όχι ένα τραγικό λάθος. Ήταν εντελώς επόμενο να συμβεί, μέσα σ’ αυτό το κλίμα και το περιβάλλον που καλλιεργείται συστηματικά κάθε μέρα. Ένα περιβάλλον αποσύνθεσης, διάλυσης και παρακμής, όπου η ηγεσία λειτουργεί σα να βιάζεται να παραδοθεί στον κατακτητή.

Εμείς, από την πλευρά μας, αν είναι να θέλουμε να γλυτώσουμε τη μέγγενη της υποδούλωσης θα πρέπει να βρούμε ένα άλλο όραμα να αντιτάξουμε απέναντί τους.

Ο κυπριακός πολιτικός κόσμος δεν είναι σε θέση να το κάνει αυτό. Γι’ αυτό και μετά το Μαρί ξέσπασε ένα αυτόνομο (κι όχι ανεξάρτητο) κίνημα πολιτών. Γιατί ο καϋμός των ανθρώπων δεν χωράει μέσα στα κομματικά καλούπια. Η αυτονομία, δηλαδή, δεν ήταν αυτή τη φορά ζήτημα πολιτικής επιλογής, αλλά ζωτική ανάγκη, το μόνο σχήμα που επέτρεψε στο λαό να φωνάξει την αγανάκτησή του.

Σήμερα, μόνον έτσι, αυτόνομα, από τα κάτω μπορεί να προκύψει μια νέα ελπίδα. Γιατί όλοι οι άλλοι είναι σάπιοι. Αρκεί να υπάρξουν οι δυνάμεις που θα καταφέρουν να προσανατολίσουν την οργή του λαού προς αυτή την κατεύθυνση. Όχι προς την στείρα εκτόνωση της αγανάκτησης, ούτε προς την πολιτικάντικη εκμετάλλευση διάφορων περιθωριακών, διάφορων ψευδοπροφητών και άλλων επιτήδειων που βρήκαν ευκαιρία μέσα στην κατάρρευση να παίξουν το τελευταίο τους χαρτί.

Το βλέμμα θα πρέπει να είναι ψήλα, στην επεξεργασία ενός νέου βιώσιμου οράματος για τον κυπριακό ελληνισμού του 21ου αιώνα. Αυτό το τεράστιο έργο πρέπει να αναλάβει από μόνος του ο λαός. Αρχικά σαρώνοντας, κατεδαφίζοντας όλες τις αυταπάτες του νεοκυπριωτισμού, από την εθνική στρατηγική μέχρι την οικονομία, την κοινωνία και τον πολιτισμό. Και ύστερα οικοδομώντας μια εναλλακτική στρατηγική ικανή να μας δώσει επιτέλους την αυτάρκεια και την ελευθερία μας, τις προοπτικές που μας στέρησαν οι Τούρκοι το 1974 και που απειλούν να ενταφιάσουν οριστικά σήμερα οι κυβερνώντες.

Γ. Aρακκάς

Advertisements