H αποχή και η απόχη

Σχεδόν όλοι οι αναλυτές συμφώνησαν πως ο μεγάλος νικητής των πρόσφατων εκλογών ήταν η ΑΠΟΧΗ. Πριν περάσουμε στη δική μας ερμηνεία για την ΑΠΟΧΗ είναι αναγκαία μια εισαγωγή.

Υπάρχει ανάμεσα σε μας και την πλειοψηφία των διανοουμένων ένα τεράστιο χάσμα στις αναλύσεις μας για τους λόγους που έκαναν την Κύπρο και τον λαό της να αντέξει τόσες, μα τόσες κατοχές και να παραμείνει έως τις μέρες μας ελληνική και ορθόδοξη. Σκιαγραφώ στα γρήγορα την άλλη άποψη όπως εκφράζεται από το σύνολο των διανοουμένων  κυπροκεντρικών μα και ελληνοκεντρικών. Η Κύπρος τα κατάφερε, λόγω της ικανότητας του λαού της να ΠΡΟΣΑΡΜΟΖΕΤΑΙ στην κατοχή, να συμβιβάζεται με τα νέα δεδομένα και με ελιγμούς και υποχωρήσεις, ώστε να μην προκαλούνται οι κατακτητές, να μπορεί να κερδίζει σιγά σιγά περισσότερα δικαιώματα, περισσότερες ελευθερίες. Αυτή η νοοτροπία στις σχέσεις των σκλάβων Κυπρίων έναντι των εισβολέων – κατακτητών δημιούργησε μέσα από τα πολλά χρόνια μία ψυχοσύνθεση στον Κύπριο πολύ διαφορετική από άλλους κατακτημένους Έλληνες της περιοχής, π.χ. Κρητικοί, Πόντιοι, Καππαδόκες, οι οποίοι – έτσι τουλάχιστον υποστηρίζουν οι διανοούμενοί μας – δεν άντεξαν στην κατοχή, ακριβώς επειδή δεν μπόρεσαν να προσαρμοστούν και να αποδεκτούν τους ισχυρούς, έως ότου έρθουν κάποιες καλύτερες συγκυρίες. Η περίπτωση της Κρήτης είναι διαφορετική, υποστηρίζουν οι ίδιοι διανοούμενοι, διότι ήταν πολύ κοντά στην Ελλάδα και έτυχε κιόλας να έχουν ως ηγέτη ένα μεγάλο στρατηγό της πολιτικής, τον Ελ. Βενιζέλο. Αυτά τα επιχειρήματα, κατά τη γνώμη μας, είναι γελοία.

Σήμερα, με δεδομένη μια νέα κατοχή από τους Οθωμανούς, πάλι ξανασυζητείται το ζήτημα της ιδιοσυγκρασίας των Κυπρίων και της τακτικής που πρέπει να ακολουθήσουμε για να απαλλαγούμε από την κατοχή. Στις αντιλήψεις κάποιων ότι πρέπει ν’ αντισταθούμε στους Τούρκους και να τους αντιμετωπίσουμε ως αυτό που είναι, δηλαδή κατακτητές και εισβολείς και σφαγείς του λαού μας, οι διανοούμενοι προβάλουν την υποτιθέμενη άλλη μεγάλη ΑΡΕΤΗ των Κυπρίων, την προσαρμογή, τον συμβιβασμό, τις υποχωρήσεις, ως τη μόνη που μπορεί να φέρει την απαλλαγή μας από τους Τούρκους. Φυσικά σε όλες αυτές τις αρετές πρέπει να προσθέσουμε και τις άλλες μεγάλες ΑΡΕΤΕΣ του λαού μας που, πάλι κατά τους διανοούμενούς μας, είναι το εμπορικό δαιμόνιο των Κυπρίων, η αναγκαία δουλοπρέπεια, η καρτερικότητα κι η ικανότητα να αποδέχεται εύκολα τις νέες ιδέες και τα νέα δεδομένα.

Βλέπετε ότι οι διαφορετικές σχολές αντιμετώπισης της κατοχής δεν είναι σημερινό και μόνο φαινόμενο. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, που οι πολιτικές μας εξουσίες στο σύνολό τους υποστηρίζουν την άποψη των διανοουμένων, ακόμη και στο πολιτικό πεδίο της επίλυσης του Κυπριακού. Ισχυρίζονται, δηλαδή, ότι ο καλύτερος τρόπος και ο μόνος σίγουρος που μπορεί να μας απαλλάξει από την κατοχή είναι η ΑΠΟΔΟΧΗ της, ο συμβιβασμός που θα επιφέρει κάποια κέρδη στη δική μας πλευρά και ταυτοχρόνως η ικανοποίηση της Τουρκίας, για να μην μας έχει συνεχώς στο στόχαστρο. Τραβώντας ολίγον στα άκρα αυτή την άποψη, βλέπουμε και τις τραγελαφικές πτυχές αυτής της πολιτικής, οι οποίες κατά καιρούς κιόλας έχουν εκφραστεί και από πολιτικούς και από αναλυτές. Να μερικά παραδείγματα: α) Με τη συνένωση δια μέσου μιας λύσης που επιδιώκει και η Τουρκία θα καταφέρουμε να τους ξεγελάσουμε, διότι είμεθα και περισσότεροι από τους Τουρκοκύπριους και πιο έξυπνοι. β) Το εμπορικό μας δαιμόνιο θα αξιοποιήσει και τα κατεχόμενα, με αποτέλεσμα ολόκληρη η οικονομία να στηρίζεται στα χέρια μας. γ) Σιγά σιγά θα αγοράσουμε πίσω τα κατεχόμενα χωριά μας, οπότε δεν τίθεται θέμα ότι δίνουμε εδάφη στους κατακτητές. δ) Μοιράζοντας κάποιες εξουσίες μαζί τους, θα γλυκαθούν με το υψηλότερο βιοτικό επίπεδο και αποκτώντας μια νέα αγοραστική δύναμη θα υιοθετήσουν τις ευρωπαϊκές παραδόσεις και θα διαφοροποιηθούν από τους υπόλοιπους Τούρκους.

Νοείται ότι εμείς όλα αυτά τα ακούμε βερεσέ. Η Κύπρος δεν επέζησε τόσες σκλαβκιές ατέλειωτες λόγω των πιο πάνω «ΑΡΕΤΩΝ», αλλά επειδή εμείς τζιαμαί ελιές τζιαι τερατσιές πάνω στον ρότσον τους, που λέει κι ο ΜΟΝΤΗΣ. Κάτι ξέρουν κι οι ποιητές, οι οποίοι παρεμπιπτόντως καμία σχέση δεν έχουν με τους διανοούμενούς μας. Δεν πρέπει να συγχύζουμε τους δύο όρους. Οι ποιητές, όπως κι εμείς, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι αυτός ο τόπος παρέμεινε ελληνικός και ορθόδοξος, διότι διαχρονικά ΑΝΤΙΣΤΕΚΕΤΑΙ στον κατακτητή μια μικρή ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ τάξη των Ελλήνων Κυπρίων, ένα μικρό 15%-20% του πληθυσμού, το οποίο ως κυπριώτικο γαϊδούρι βάζει γινάτι και δεν δέχεται τίποτα λιγότερο από την ελευθερία. Είναι αυτή η σιωπηλή, πλην περήφανη μειοψηφία, που σε κάθε κίνδυνο δίνει το παρόν της, σώζοντας τον τόπο και τον λαό και όχι ο φραγκολεβαντίνικος φοινικικός εαυτός μας. Αυτό το ισχνό 15-20% είναι αυτό που ξέρει την καταγωγή του, ξέρει να κάνει τον σταυρό του, ξέρει τις γιορτές του και τα έθιμά του, είναι αυτό που ξέρει την διαφορά της γιορτής από την αργία, αυτή η ισχνή μειοψηφία που φεύγει ολοταχώς για τα πεδία των μαχών όταν κινδυνεύουν άλλοι Έλληνες, είναι αυτή η μειοψηφία που πουλάει ό,τι πιο πολύτιμο έχει για να βοηθήσει τους πληγέντες Έλληνες άλλων περιοχών, είναι αυτός ο κόσμος της Κύπρου που απαντά στους Τούρκους «σφάξτε μας ούλλους τζι’ ας γενεί το γαίμαν μας αυλάτζιιν, κάμε τον κόσμο ματζιελλιόν τζιαι τους Ρωμιούς τραούλια αμά ‘ξερε πως ίλαντρον όντας κοπεί καβάτζιιν τριγύρω του πετάσσουνται τριακόσια παραπούλια». Είναι αυτή η μειοψηφία που απαντά στο επιχείρημα των Εγγλέζων ότι με την ΕΝΩΣΗ θα πεινάσουν οι Κύπριοι, διότι η Ελλάδα είναι πάμπτωχη, με ένα από τα πιο σπουδαία συνθήματα της παγκόσμιας αντίστασης με το σύνθημα «Την Ελλάδα θέλωμεν κι ας τρώγομεν πέτρες», είναι αυτοί οι λίγοι που δεν λογαριάζουν τα υπέρ και τα κατά όταν πρόκειται για το δίκαιο της πατρίδας και του λαού, είναι αυτοί οι λίγοι μπροστάρηδες σε όλους τους εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες, αυτοί που τα βάζουν με ισχυρές αυτοκρατορίες, ισχυρά αφεντικά και ισχυρούς καταπιεστικούς μηχανισμούς, είναι αυτοί οι λίγοι που λένε όχι στο άδικο, έστω και αν γνωρίζουν ότι θα πληρώσουν για τη στάση τους. Είναι αυτοί που αν έκαναν χρήματα, τα έδωσαν πίσω στον λαό χτίζοντας σχολεία και ιδρύματα, είναι αυτοί που επιμένουν στην ελληνική μας παιδεία και στα ελληνικά μας γράμματα, είναι αυτοί οι σοβαροί αστοί που ήξεραν γράμματα και θέλησαν να τα μοιραστούν με τον κόσμο, είναι αυτοί οι φλογεροί παπάδες που κράτησαν τον κόσμο στα χωριά, είναι οι μητροπολίτες που κράτησαν τη μέση ανατολή ορθόδοξη, είναι οι λίγοι εργάτες των πόλεων που πάλεψαν για ελευθερία και ψωμί με αυτή τη σειρά, είναι οι αγρότες μας οι ξεροκέφαλοι που δεν ήξεραν πώς αλλιώς τελειώνει κάτι χωρίς τον εθνικό ύμνο, είναι ο κόσμος της Κύπρου που δεν εμφανίζεται απ’ τις τηλεοράσεις και δεν τον ακούμε απ’ το ραδιόφωνο, είναι οι Κυπραίοι που δεν συχνάζουν στα Χίλτα ούτε στα στέκια των Λεόντων, των Ροταριανών, των Μασόνων και των χρηματιστών. Είναι αυτοί οι λίγοι, που οι πολλοί χλευάζουν και σνομπάρουν, αποκαλώντας τους άξεστους οπισθοδρομικούς -ντροπή για τη μοντέρνα μας Κύπρο. Είναι κάτι μανάδες των αγνοουμένων που μόνο πόρνες δεν αποκαλέστηκαν, είναι κάτι πιτσιρίκια που επιμένουν ακόμη να πηγαίνουν στα οδοφράγματα και να φωνάζουν «έξω οι Τούρκοι», είναι κάποια πιτσιρίκια που κατεβάζουν τουρκικές σημαίες χωρίς να σκέφτονται ότι μπορεί και να τους πιάσουν, είναι κάτι πρόσφυγες μεσήλικες και γέροι που σε κάθε πορεία δίνουν το παρών τους φωνάζοντας «ΟΛΟΙ οι πρόσφυγες στα σπίτια τους», είναι κάποιες γυναίκες των χωριών και των πόλεών μας που αναγιώνουν τέσσερα και πέντε και έξι μωρά χωρίς να μεμψιμοιρούν, είναι αυτοί οι λίγοι που δεν μοιάζουν με τους πολλούς ούτε συναναστρέφονται με τους πολλούς. Είναι αυτοί οι λίγοι που όταν καταρρέει η Ελλάδα δεν φωνάζουν «καλά να πάθουν οι πουστοκαλαμαράδες» αλλά κλαίουν για την κατάντια της, είναι αυτοί που όταν καταρρέει ένας συνάνθρωπός τους βοηθούν ανωνύμως και δεν λένε «ας πιάσει μια δουλειά», αλλά ταυτοχρόνως δίδουν και κάτι στον ραδιομαραθώνιο, για να ακουστεί το όνομά τους και η εταιρεία τους. Είναι αυτοί που λένε σήμερα όχι στην κατοχή, ναι στην απελευθέρωση και ας πέσει το βιοτικό μας επίπεδο φτάνει να παραμείνουμε Έλληνες με αξιοπρέπεια σ’ αυτόν τον τόπο. Είναι αυτοί που ηττώνται κατά κράτος κάθε φορά που γίνεται ψηφοφορία για την αντιπροσώπευσή μας στη βουλή ή το κράτος ή τους δήμους, είναι αυτοί που κλαίνε κρυφά τα βράδια στα σπίτια τους. Αυτοί οι λίγοι, αυτοί κράτησαν την Κύπρο Ελληνική και Ορθόδοξη, αυτοί μας έδωσαν τους μεγάλους ποιητές μας, αυτοί μας έδωσαν τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα, αυτοί μας έδωσαν ότι πιο ωραίο και ιερό έχουμε, και ίσως πιο σημαντικό αυτοί μας έδωσαν και την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ μας.

Επιστρέφω στην ΑΠΟΧΗ

Τώρα πως οι σημερινοί αναλυτές βρήκαν ότι η επανάσταση και η σωτηρία μας βρίσκεται σ’ αυτό το 25% και κάτι των Κυπρίων που απείχαν ή δεν γράφτηκαν στους καταλόγους ή ψήφισαν άκυρο ή λευκό προσωπικά δεν το κατανοώ. Η μεγάλη ΑΠΟΧΗ δεν λέει τίποτα το σπουδαίο. Λέει μονάχα πως είμαστε κι εμείς πια μια αλλοτριωμένη δυτική κοινωνία, όπου το μισό του πληθυσμού ψηφίζει έναν απατεώνα τη μια φορά και το άλλο μισό κάποιον άλλο την άλλη πενταετία. Λέει, επίσης, ότι χάνουμε τον ελληνικό εαυτό μας και ως κρετίνοι δυτικοί πια επιλέγουμε την αδιαφορία και τη μη συμμετοχή μας στα κοινά ως απάντηση στους απατεώνες. Νοείται ότι οι απατεώνες άλλο που δεν θέλουν να είμαστε ιδιώτες τηλεθεατές μιας πολιτικής ριάλιτι, μιας πολιτικής που με μαθηματική ακρίβεια διώχνει τον κόσμο στο περιθώριο, την απογοήτευση και την παραίτηση. Θέλουν την παραίτηση από τα κοινά και τα δικαιώματα, όχι όμως και από την κατανάλωση.

Το 25% της αποχής είναι το ευρωπαϊκό μας ανθελληνικό πρόσωπο. Όσο θα μεγαλώνει αυτό, άλλο τόσο θα μεγαλώνει και το έγκλημα και οι κλοπές και οι βιασμοί και τα ναρκωτικά και οι γάμοι ανάμεσα σε ομοφυλόφιλους και οι φιλανθρωπικές εταιρίες, άλλο τόσο θα αυξάνονται οι αλλοδαπές πόρνες στους δρόμους των πόλεων, οι αυτοκτονίες, οι ψυχίατροι κατοικίδιων ζώων, οι τηλε-ηλίθιοι  και άλλο τόσο θα μεγαλώνει η πίεση για μια Κύπρο πολυπολιτισμική και διζωνική και τριζωνική και τρικοινοτική και ανεξίθρησκη και και και και και και … ό,τι θέλετε προσθέστε κι εσείς, όπου οι κάτοικοί της, Τούρκοι, Εγγλέζοι, Γάλλοι, Αμερικάνοι, Λιβανέζοι, Σύριοι, Άραβες, Ρώσσοι, Τσιγγάνοι, Πολωνοί και Σλοβάκοι και συγγνώμη αν άφησα κάποιους έξω, θα ζήσουν μαζί αδελφωμένοι σαν να μην τρέχει τίποτα. Συγγνώμη, κάτι θα τρέχει, το αίμα των Ελλήνων. Σκατάες.

Το 25% της αποχής είναι η απόχη με την οποία μας μαζεύουν σαν μαστουρωμένα ψάρια και μας ρίχνουν στη δεξαμένη της κατανάλωσης και της εθνικής και κοινωνικής αλλοτρίωσης.

Η αποχή θα είχε νόημα εάν ήταν έκφραση πολιτική, εάν ήταν μια συνειδητή πολιτική πράξη αντίστασης στη χρεοκοπία των κόμματων. Τίποτα απ’ αυτά δεν συμβαίνει. Η αποχή είναι το πρώτο μαζικό φαινόμενο του ΝΕΟΥ Κυπρίου, του εξευρωπαϊσμένου, του δυτικού, του μοντέρνου, η άλλη όψη του ΔΗΣΑΚΕΛΙΣΜΟΥ, ο τρίτος δρόμος προς την εθνική ΥΠΟΤΑΓΗ.

Καλούνται ξανά οι λίγοι να μας βγάλουν απ’ το βούρκο, πριν πνίγουμε στα σκατά του κοινοβουλευτικού και εξωκοινοβουλευτικού στημένου παιχνιδιού.

 Β.Φ.

Advertisements