H ΑΠΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΚΗ-ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Ήταν Κυριακή και όπως κάθε Κυριακή ο Σαββάκης πήγε εκεί στην πλατεία Σολωμού, στο παζαράκι των μεταναστών και χάζευε τους λαούς του κόσμου να κάνουν τις αγορές τους, να μιλούν ασταμάτητα και να χαίρονται τη μια μέρα που προφανώς δεν δουλεύουν σαν σκλάβοι. Του άρεσαν πολύ οι μετανάστες του Σαββάκη, εδικά οι Σριλανκέζοι και οι Ινδοί και γενικώς οι Ασιάτες. Του άρεσε που τις Κυριακές έβαλλαν τα καλά τους και έμοιαζαν κανονικοί άνθρωποι με τα πρόσωπά τους να λάμπουν σαν να ’θελαν να μας πουν «κοιτάξτε είμαστε κι εμείς άνθρωποι, έχουμε οικογένειες, χωριά και σπίτια και εμείς έχουμε τους αγίους μας και τα ιερά και όσιά μας». Ο Σαββάκης δεν είχε ανάγκη να ακούσει όλα αυτά για να συμπαθήσει τους κακόμοιρους αυτούς ανθρώπους. Ήξερε πολύ καλά τι θα πει φτώχεια, τι θα πει να πονάς. Ήξερε κιόλας τι ωραία που είναι σαν μες στη φτώχεια σου και τη δυστυχία σου βρεις έστω και λίγες στιγμές για να χαρείς, να ξεδώσεις και να νιώσεις σαν άνθρωπος. Έβλεπε τις Σριλανκέζες με το έντονο κοκκινάδι στα χείλη και χαμογελούσε από τη χαρά του, δεν είχε ανάγκη από κοινωνιολόγους για να του εξηγήσουν τι σημαίνουν τα κόκκινα χείλη των μαντάμ της Κύπρου.  Σας γράφω αυτές τις λεπτομέρειες για τον Σαββάκη, διότι έχουν κάποιο νόημα για την εξέλιξη της ιστορίας μας.

Ενώ ο Σαββάκης χάζευε τις Σριλανκέζες, μια παρέα Κορεατών ή Κινέζων, δεν τους ξεχωρίζω κιόλας, άρπαξαν τον Σαββάκη στα γρήγορα πέρασαν μία πλατιά τέλλα γύρω από το στόμα του για να μεν γαυγίζει, τον έβαλαν μέσα σε μια σακούλα ρούχων μεγάλη και τον μετέφεραν με τα χέρια πίσω από το ξενοδοχείο Κλάσσικ και τον έβαλαν στην βαλιτσοθήκη του αυτοκινήτου και έφυγαν αστραπιαίως. Ο καημένος ο Σαββάκης κόντεψε να πεθάνει από τον φόβο του. Τα χειρότερα πέρασαν από το μυαλό του, μιας και πρόλαβε να δει τους Κινέζους απαγωγείς του, οι οποίοι ως γνωστόν είναι λάτρεις του σκυλίσιου κρέατος και ειδικά μάλιστα των μαύρων σκύλων. Αυτό περνούσε από το μυαλό του Σαββάκη, πως θα τον έγδερναν και κομματάκι κομματάκι θα τον τηγάνιζαν και θα τον έκαναν chien cantonnais ή ακόμη χειρότερα sweet and sour που δεν του αρέσει καθόλου. Αυτό όμως που τον έκανε σχεδόν να τρελαθεί ήταν η σκέψη ότι οι Κινέζοι μπορεί να ήταν επιχειρηματίες και  να είχαν καλέσει ακελικούς επίσημους για γεύμα εργασίας και ο Σαββάκης να αποτελούσε το piece de resistance της βραδιάς. Όντως αυτό, να σε φαν οι ακελικοί αξιωματούχοι, δεν θα άρεσε σε κανέναν.

 

Ο Σαββάκης σφηνωμένος στο πορμπαγκάζ του αυτοκινήτου μόλις που μπορούσε να κινηθεί λίγο μιας και ήταν γεμάτο με χάρτινα κιβώτια. Μέσα στα κιβώτια υπήρχαν βιβλία. Σκαλίζοντας με το ένα του πόδι ο Σαββάκης είχε καταλάβει ότι τα κιβώτια ή κάσιες όπως τις λέμε εδώ στην Κύπρο ήταν γεμάτες με βιβλία. «Τι στο διάολο», σκέφτηκε ο Σαββάκης «με έχουν απαγάγει διανοούμενοι ή μήπως θα με κάνουν καπνιστό ανάβοντας βιβλία και τοποθετώντας με πάνω από τους καπνούς;» Δεν του άρεσε καθόλου αυτή η σκηνή διότι πρόσφατα σε μια αλάνα είδε ένα πρόσφυγα με αυτή τη μέθοδο να καπνίζει λουκάνικα. Ακουστε τι είπαν.

 

ΣΑΒΒΑΚΗΣ:  Τι κάμνεις θκειε;

ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ:  Καπνίζω τα λουκάνικα να τα κάμω καπνιστά.

ΣΑΒΒΑΚΗΣ:  Καλά εν μπορούσες να βάλεις καμιά σιιννιά να κρούζει ή κανένα άλλο θάμνο;

ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ: Τζιαι τα βιβλία καπνό φκάλλουν τζιαι πιάννουν τζιαι τόπο έσσω είπα με έναν σμπάρο να πιάω θκυο τριόνια.

ΣΑΒΒΑΚΗΣ:  Με το συμπάθκειο εν άππαρον με τη βάκλα που εν να πιάεις, εκατάστρεψες τα λουκάνικα. Στο χωρκό μου τούτον που κάμνεις τώρα ονομάζεται ιεροσυλία.

ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ: Άτε φύε που δαμαί ρε κούνο, πριν σε καπνίσω τζιαι σένα.

 

Τρόμαξε ο Σαββάκης με την ιδέα ότι οι Κινέζοι θα τον έτρωγαν καπνιστό, κατ’ ακρίβειαν όχι ότι θα τον έτρωγαν, αλλά ότι σαν Αθανάσιο Διάκο θα τον είχαν στη σούβλα και θα τον κάπνιζαν ζωντανό. Να ’τανε Τούρκοι και αυτός Αθανάσιος Διάκος δεν θα τον ένοιαζε τόσο, μα Κινέζοι; Ε, δεν γίνεται, αυτό πάει πολύ. Έπρεπε κάτι να κάνει. Προσπάθησε με τα πόδια του να σκίσει κανένα κιβώτιο, προσπάθησε κιόλας να δει καλύτερα, αλλά σκύλος είναι δεν είναι γάτα να βλέπει στο σκοτάδι, μα όλα μάταια. Μόνο κάποιο λάθος των Κινέζων μπορούσε να τον σώσει και αυτή η στιγμή δεν άργησε.

 

Λίγο έξω από το Γέρι οι Κινέζοι σταμάτησαν για κάποιο λόγο, άνοιξαν τη βαλιτσοθήκη του αυτοκίνητου και ο Σαββάκης βρήκε την ευκαιρία του. Προσποιήθηκε ότι ήταν νεκρός. Οι Κινέζοι μόλις είδαν ότι η ρούχινη σακούλα δεν κουνιόταν άρχισαν όλοι μαζί να μιλούν αυτήν την περίεργη γλώσσα. Ένας έσπρωξε την σακούλα, μα ο Σαββάκης τίποτα, ούτε την παραμικρή κίνηση. Προφανώς πια οι Κινέζοι πίστεψαν ότι ο Σαββάκης ψόφησε από ασφυξία και ένας ξέδεσε την σακούλα για να βγάλει τον ψόφιο Σαββάκη. Ο Σαββάκης μ ένα σάλτο μορτάλε τους ξεφεύγει και τρέχει σαν μαύρος σπρίντερ προς το χωριό.  Φτηνά την γλύτωσε ο Σαββάκης. Δεν την γλύτωσε μόνο. Βρήκε και κάποιο ίσως σημαντικό κλου για την ιδιοκτησία του αυτοκίνητου. Αυτό ίσως να έριχνε φως και στους λόγους της απαγωγής. Όταν ο Κινέζος τραβούσε τον σπάο για να ανοίξει την σακούλα, τραβώντας τον λαιμό προς τα πάνω, για να κρυφοκοιτάξει εάν ο Σαββάκης ήταν όντως ψόφιος, ο Σαββάκης πριν πηδήξει έξω πρόλαβε και είδε τον τίτλο ενός βιβλίου που ήταν αδέσποτο στο πορτμπαγκάζ. Ο τίτλος που πρόλαβε να δει ο Σαββάκης ήταν  ΙΟΣ ΤΟΥ ΡΙΜΑ και λιγο πιο κάτω  ΓΑΙΟΝ . Ο Σαββάκης κατάλαβε μονομιάς ότι ο Ριμακό δεν είχε ΙΟ και πως επρόκειτο για το βιβλίο Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΡΙΜΑΚΟ των εκδόσεων ΑΙΓΑΙΟΝ και δεν έχασε χρόνο, έτρεξε ολόισια στο σπίτι του Σάββα , του συγγραφέα φιλόλογου και ιστολόγου στους Άγιους Ομολογητές.

Χαμός έξω από το σπίτι του Σάββα. Γείτονες και περαστικοί να μιλούν με αστυνομικούς με στολή και με αστυνομικούς με πολιτικά και τρία, όχι ένα, αστυνομικά αυτοκίνητα σταθμευμένα έξω από το σπίτι του. Ο Σαββάκης κρύφτηκε πίσω από τον φράκτη μιας γειτόνισσας και κρυφάκουε. Νωρίς νωρίς κατάλαβε πως ο Σάββας κάλεσε την αστυνομία για να καταγγείλει την κλοπή του αυτοκίνητου του, προφανώς του ίδιου που χρησιμοποίησαν οι Κινέζοι για να  απαγάγουν τον Σαββάκη. Ο Σαββάκης ήταν πια εκατόν τοις εκατό σίγουρος πως πρόκειται για το ίδιο αυτοκίνητο, όχι μόνο από το βιβλίο που είδε αλλά και από την μυρωδιά του τσιγάρου που είχε εισχωρήσει σε όλο το αυτοκίνητο. Ο Σάββας  ως γνωστόν ήταν μανιακός καπνιστής όχι γενικώς και αορίστως αλλά με άποψη. Κάπνιζε ακόμη και  ΜΕΣΑ στο αυτοκίνητο του. Πολλές φόρες του έκανα παρατήρηση για την μπόχα. Του έλεγα μάλιστα «Ρε φιλούιν, πες ότι δεν ήσουν παντρεμένος και έβρισκες κάποια γκόμενα η οποία ήταν έτοιμη για άγριο σεξ και έπρεπε να την πάρεις κάπου για να το κάνετε. Πώς θα αντέξει η κοπέλα αυτή την μπόχα; Θα βγάλει το βρακί της και η καημένη δεν θα αντέξει την τσιγαρίλα και θα μείνεις με το πουλί στο τιμόνι.» αλλά αυτός τον χαβά του συνέχισε να καπνίζει και ας του έκανε επιπλήξεις και η γιατρός του.

 

Ειπώθηκαν πολλά έξω από το σπίτι του Σάββα. Αναφέρω μόνο μερικά.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: Τζιαι γιατί, κύριε Παύλου, υποστηρίζετε ότι είναι οι Τούρκοι που σας έκλεψαν το αυτοκίνητο;

ΣΑΒΒΑΣ: Δεν είπα οι Τούρκοι, είμαι αγροτόπαις και γι’ αυτό φωνάζω, διότι στα χωριά έτσι κάναμε, δεν είμαστε εγκλωβισμένοι στους τέσσερις τοίχους για να σιγομιλάμε, μιλάμε δυνατά στα χωράφια και τους αγρούς για να μας ακούει κι ο Θεός, εγώ είπα ότι μπορεί να είναι Τούρκοι, μπορεί να είναι και οι Αγγλοαμερικάνοι, μπορεί ακόμη να είναι και οι ακελικοί, μπορεί και οι πανεπιστημιακοί.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ:  Εντάξει, κύριε, μεν φωνάζεις, μπορεί να είναι τούτοι ούλλοι, αλλά για ποιο λόγο να σου κλέψουν το αυτοκίνητο σου;

ΣΑΒΒΑΣ: Στοιχειώδες, κύριε αστυνομικέ,  εραστές δύναται να εντοπίσει κανείς σε οικίαν καλλίπυγους και ευμορφότατης  νεανίδος και ουχί εις οικίαν του εφημερίου της τοπικής μας εκκλησίας.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ  Β:  Να σε παρακαλέσω, κύριε, να μιλάς πιο προσεκτικά, άμαν μιλάς με την κυπριακή αστυνομία.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ  Α:  Εν πειράζει, άης τον. Εμείς, κύριε, εν να προχωρήσουμε τις έρευνες μας τζιαι αν βρούμε το αυτοκίνητο σας, εν να σας ενημερώσουμε, αλλά μεν είσαι σίουρος, τούντες δουλειές στες μέρες μας κάμνουν τες οι μετανάστες, κάτι μαύροι, κάτι Κινέζοι που κάμνουν πατταλοδουλειές κλέφκουν ένα αυτοκίνητο τζιαι κάμνουν τη δουλειάν τους τζιαι ύστερα ξαπολούν το μες τες στράτες.

ΣΑΒΒΑΣ:  Απ’ ό,τι ξέρω οι Κινέζοι δεν κάνουν τέτοιες δουλειές.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ Β:  Από πού το ξέρεις, κύριε; Είσαι αστυνομικός;

ΣΑΒΒΑΣ: Όχι, αλλά διάβασα περισσότερα αστυνομικά μυθιστορήματα από εσάς.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ Β: Προς πληροφορίαν σου, κύριε εγιώ εν έχω θκιαβάσει ούτε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ Α: Τζιαι εγιώ έσιει που το δημοτικό να ανοίξω βιβλίο, αλλά τούτον που είπες για τους Κινέζους βάλλει με σε υποψίες.  Πε μου, έσιεις τίποτε δοσοληψίες με Κινέζους;

ΣΑΒΒΑΣ: Είχα παλιά με κάτι φίλους μου Μαοϊκούς …

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥΣ Α: Επήες, κύριε, με καμιά Κινεζού;

ΠΑΥΛΟΥ:  Όχι, κύριε και δεν σου επιτρέπω.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: Τότε γιατί εκοτσίνισες;

ΠΑΥΛΟΥ: Είμαι Ερυθροτερμινθεύς από την Κοτσινοτριμμιθκιά.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: Τζιαι εγιώ που την Παναγία του Τζιύκκου τζιαι εν να σας παρακαλέσω να έρτετε μαζί μας στον σταθμό διότι κάτι κρύφκετε δαμαί.

ΣΑΒΒΑΣ: (καταρρέει) Δεν αποκρύβω τίποτε, απλώς μια Κινέζα μετάφρασε ένα διήγημά μου στα κινέζικα, αυτό ήταν όλο και συνεργαστήκαμε για να κυκλοφορήσει το βιβλίο μου, τίποτα άλλο.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ:  Αχά! άρα η διάγνωσή μου εν σωστή. Εν οι Κινέζοι που σου έκλεψαν το αυτοκίνητο για εκδίκηση, διότι κατάστρεψες τη συμπατριώτισσα τους;

ΣΑΒΒΑΣ: Όχι, κύριε, δεν την κατάστρεψα.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: Πώς δεν την κατάστρεψες, κύριε, πόσα της έδωκες για την μετάφραση;

ΣΑΒΒΑΣ: Τίποτε, δούλευε με τον …

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: Πρόσεχε είντα μπου λαλείς, γιατί εν να δισχέρεις τη θέση σου.

ΣΑΒΒΑΣ: Δυσχεραίνεις την θέση σου από το Δυς που σημαίνει κακο + το ρημα  χαίρω που σημαινει αυτο που ακουεις..

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: Εκατάστρεψες την κύριε. Ξέρεις πόσα θα μπορούσε να φκάλει η κορού στην πιάτσα; Πήαιννε ν’ ακούσεις  «πεήντα ευρώ, νόου κώλο, νόου πίππα»  τρεις πελάτες να κάμει τη νύκτα πιάνει παραπάνω απ’ ό,τι πιάνουμε τζιαι οι τρεις μαζί.

 

Τώρα ο Σαββάκης ένιωσε ότι έπρεπε να κάνει την εμφάνισή του και να δώσει τέρμα στον πόνο του κυρίου Σάββα..

 

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ ΣΥΝΤΟΜΑ

 

Advertisements