ΕΙΧΑΜΕ ΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Δήμος Μούτσης
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Στον πόλεμο με γνώρισες,
στο χαλασμό του κόσμου
και φυλαχτό μου φόρεσες
για να γυρίσω, φως μου.

Το δάκρυ κάναμε νερό
και το κρασί φαρμάκι
και με το κύμα τ’ αλμυρό
χορτάσαμε ψωμάκι
και με το κύμα τ’ αλμυρό
χορτάσαμε ψωμάκι
το δάκρυ κάναμε νερό
και το κρασί φαρμάκι.

Κι είχαμε περηφάνια
στην πίκρα στην ορφάνια,
στην πίκρα στην ορφάνια
είχαμε περηφάνια.

Φτερά μου δώσαν οι Θεοί
κι απ’ τη φωτιά σε πήρα,
χαρά να σ’ έχω στη ζωή,
παρηγοριά στη μοίρα.

Το δάκρυ κάναμε νερό
και το κρασί φαρμάκι
και με το κύμα τ’ αλμυρό
χορτάσαμε ψωμάκι
και με το κύμα τ’ αλμυρό
χορτάσαμε ψωμάκι
το δάκρυ κάναμε νερό
και το κρασί φαρμάκι

Κι είχαμε περηφάνια
στην πίκρα στην ορφάνια,
στην πίκρα στην ορφάνια
είχαμε περηφάνια.

 

Το τραγούδι αυτό του Δήμου Μούτση κυκλοφόρησε το 1969 σε στίχους Νίκου Γκάτσου και ερμηνευτή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και σπανίως ακούγεται από τα ραδιόφωνα και τις πίστες. Σήμερα ακούγονται άλλα πράγματα. Το αριστουργηματικό τραγούδι του Μούτση δεν είναι στα σύγχρονα σουξέ της τηλεόρασης κι ευτυχώς. Δεν το γνωρίζουν ούτε οι ξανθιές χορευταρούδες ούτε οι γκέι περσόνες των πολλαπλών ριάλιτι της καθημερινής ζωής μας. Ευτυχώς, διότι φαντάζεστε να μας έπαιρναν και αυτά τα τραγούδια να τα εξευτέλιζαν όλα; Φαντάζεστε τι θα είμαστε, εάν δεν είχαμε τραγούδια που τραγουδάμε όταν είμαστε μόνοι μας με την παρέα τη δική μας, με τα πάθη τα δικά μας; Τραγούδια που ΔΕΝ τα μοιραζόμαστε όλοι μαζί και τα χορεύουμε όλοι μαζί ζεϊμπέκικα και ας είναι χασάπικα. Τραγούδια μοναδικά, γραμμένα για τον καθένα μας ξεχωριστά και γραμμένα για όλους μας μαζί, για τον λαό, την ώρα που τα έχει ανάγκη ο συλλογικός του ιστός.

 

Σε είκοσι χρόνια, πιτσιρίκια άλλου είδους θα ψάχνουν παντού και θα ανακαλύπτουν τέτοια τραγούδια, όπως ακριβώς εμείς ανακαλύπταμε σιγά σιγά τα ρεμπέτικα και τα δημοτικά, όπως κάποιοι άλλοι πιτσιρικάδες ανακαλύπτουν ΤΩΡΑ τον Σαββόπουλο και βρίσκουν νόημα στη ζωή τους. Αυτά τα πιτσιρίκια θα ακούν το Μπιθικώτση και θα διερωτούνται: «Καλά, ρε, οι γονείς μας γιατί δεν μας είπαν γι’ αυτή τη φωνή  και η πολιτεία γιατί δεν έχει δώσει στην πλατεία μας το όνομα αυτού του ανθρώπου»; Θα τραβούν τα μαλλιά τους και θα μιλάνε για τους στίχους και τη μουσική και τη φωνή, που μαζί παρασύρουν τις αισθήσεις μας σε άλλους ουρανούς. Τα παιδιά των σημερινών Ρουβίτσων στα σκοτεινά υπόγεια της ψυχής τους, σαν ακούνε τον Μπιθικώτση να τους ερμηνεύει την ιστορία των Ελλήνων, θα φωτίζουν τα μονοπάτια της ελευθερίας τους, κάποια θα καίνε και το Υπουργείο Παιδείας που δεν διδάσκει σε όλα τα ελληνόπουλα τη μουσική μας.

 

Ανακαλύπτοντας τέτοια τραγούδια τα πιτσιρίκια θα νιώθουν περήφανα, θα βρει νόημα η ανατρεπτική τους διάθεση, θα πετούν στους ουρανούς και, χωρίς ίχνος μειονεξίας έναντι του συρμού, θα θέλουν να καταλάβουν πού πήγαν στραβά οι γονείς τους και οι παππούδες τους. Ο Μπιθικώτσης θα τους καθοδηγεί και με κάθε τραγούδι θα τους ανοίγει νέους ορίζοντες, ώσπου τα πιτσιρίκια θα το πάρουν απόφαση να τελειώνουν με τον παλιό κόσμο, τον κόσμο τον ψεύτικο και τότε με φωνές ηλεκτρικές, με φωνές αγγελικές, με φωνές που θα βγαίνουν από την ελληνική γη μας, θα τα κάνουν όλα άνω κάτω. Άνω κάτω, για να μπορεί ο κόσμος να είναι ξανά περήφανος στην πίκρα, στην ορφάνια.

 

Άκουσα αυτό το τραγούδι μετά από είκοσι χρόνια. Έκλαψα από αισιοδοξία. Είμαι σίγουρος πια ότι κανένας Τούρκος, ντόπιος ή καλαμαράς δεν μπορεί να μας γονατίσει, κανένας ιμπεριαλισμός δεν μπορεί να μας υποτάξει, κανένα ΔΝΤ δεν μπορεί να μας διαλύσει, κανένας γιάπης δεν μπορεί να μας παγκοσμιοποιήσει. Στη φωνή του Μπιθικώτση ταξιδεύουν οι άγιοί μας, οι μάρτυρες και οι ήρωές μας, από τα βάθη της μάνας γης στα βάθη της ψυχής μας. Αν νομίζουν όλοι αυτοί οι σύγχρονοι εχθροί μας ότι έχουμε χάσει το παιχνίδι, ας μείνουν με τις πλάνες τους. Εμείς ξέρουμε ότι ο Άης Γιώρκης το κοντάρι του συνεχώς το κρατά μήπως και κάποιος δράκος εμφανιστεί, ξέρουμε πως οι Κολοκοτρώνηδες και οι Καραϊσκάκηδες μοιάζουν με τους θείους μας, τους παππούδες μας και κάτι χωριάτες που βλέπουμε στους δρόμους σαν πηγαίνουμε στις καθημερινές δουλειές μας, ξέρουμε πως οι Αυξεντίου και Μάτσηδες κάπου στις  Γρηγόρη Αυξεντίου και Κυριάκου Μάτση σεργιανίζουν ΟΛΟΖΩΝΤΑΝΟΙ. Μάλιστα, κάποιος μου είπε ότι τις προάλλες τους άκουσε μαζί να σιγοτραγουδούν «είχαμε περηφάνια στην πίκρα, στην ορφάνια» εκεί κοντά στο Στάρπακς, όπου χαχάνιζαν δεκάδες θαμώνες ακούγοντας σαχλαμάρες.

 

Τώρα μπορεί να διερωτηθεί κάποιος μα γιατί τα γράφεις όλα αυτά δεν είναι αυτονόητο και γνωστό ότι κάθε λίγα χρόνια αλλάζουν οι μόδες τα γούστα και οι προτιμήσεις των ανθρώπων;  Είναι. Τα γράφω όμως διότι πολλοίς κόσμος έχει την εντύπωση ότι ο ελληνισμός εμπνέεται μόνο από Παρθενώνες και Σπαρτιάτες και υψηλές τέχνες και άλλα τέτοια φαιδρά. Κάποιοι επιμένουν ότι μόνο με την κλασσική παιδεία, με τους μεγάλους ποιητές μας και την αρχαιολαγνεία μπορούμε να πάμε μπροστά. Δεν έχουμε αντίρρηση, όμως αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού μας είναι κι ο ΛΑΪΚΟΣ πολιτισμός, αυτός που σε κάθε ιστορική στιγμή μας είναι πιο οικείος, πιο αναγνωρίσιμος, πιο παλλαϊκός. Γι’ αυτό και στην σειρά ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΕΙΜΗΛΙΑ, δίπλα από τον Διονύσιο Σολωμό βάλαμε και τον Καζαντζίδη, δίπλα από τον Ακάθιστο ύμνο θα έχουμε τα δημοτικά μας τραγούδια, δίπλα από τον Παπαδιαμάντη θα βάλουμε τον Μπιθικώτση και πάει συνεχίζοντας. ΝΑΙ στην σειρά αυτή θα συμπεριλάβουμε τους Τσιτσάνη, Βαμβακάρη, Μπιθικώτση, Μπέλλου, Ξαρχάκο, Μούτση, Μαρκόπουλο, Ξυλούρη, Λοϊζο, Βίκυ Μοσχολιού και προφανώς τον Θεοδωράκη και τον Χατζηδάκι και όποιος θέλει ας έχει τις αντιρρήσεις του.

Advertisements