η πόλις των Αθηναίων

Η Πόλις των Αθηναίων

Χάρη Ν. Σπανού (Οκτώβριος 2010)


Η Πόλις των Αθηναίων είναι μια πόλη μαγική, φορτωμένη αινίγματα.  Έχει το όνομα της θεάς Αθηνάς. Το Φθινόπωρο την επισκέπτομαι συχνά και έχω πάντα την ίδια αδημονία , να περιδιαβώ τους δρόμους της , να μυρίσω το άρωμα των νεραντζιών, να ατενίσω  τον Αττικό ουρανό και να ταξιδέψω στο διαυγές γαλάζιο χρώμα του, να βαδίσω στην Αρχαία Αγορά και να δω την Ακρόπολη , σαν να είναι η πρώτη μου φορά. Ωσάν τα μάτια μου να είναι ίδια πεντάχρονου παιδιού. Ωσάν να μην πέρασαν τα χρόνια, να μην φορώ  γυαλιά πολυεστιακά, που διορθώνουν τη μυωπία, τον αστιγματισμό και την πρεσβυωπία μου.

Το θαύμα της πόλης των Αθηναίων είναι  σύνθετο. Η πόλις είναι κτισμένη στο κέντρο της Αττικής, την  αγναντεύουν  τα υψώματα του Αιγάλεω,  της Πάρνηθας, της Πεντέλης και του Υμηττού. Στη γη της φύονται , από τα αρχαία χρόνια, ελιές, συκιές και αμπέλια. Στο ομφαλό της αναδύονται  η Ακρόπολις και ο Λυκαβητός. Το επίνειο της απλώνεται στα νερά του Αργοσαρωνικού και τα νησιά του μοιάζουν οικεία και κοντινά. Η μακρά Μυθολογία και Ιστορία των ανθρώπων οι οποίοι έζησαν στην Αθήνα, συνθέτουν ένα κοσμογονικό μυθιστόρημα του (ανατολικού) Δυτικού Πολιτισμού. Η πόλη παραμένει μαγική, παρά την αλλοτρίωση, την εξαθλίωση, την ανοησία και την κακομοιριά των Ελλήνων και των Ξένων κατοίκων της.

Σκέφτομαι ότι η Πόλις είναι οι Πολίτες της. Οι άνθρωποί της.  Όταν ζω λίγες μέρες στην Αθήνα, την περισσότερη ώρα, επιχειρώ να αγνοώ τους ανθρώπους της. Βλέπω την όψη τους σαν μια μικρή λεπτομέρεια στη γωνιά της ζωγραφιάς της Πόλης. Αγνοώ  τα πρόσωπα, την εικόνα, τον ήχο και τη μυρωδιά τους, τον εκτεθειμένο πλούτο και τη φτώχεια τους, τα σκουπίδια,  το κάλλος και την ασχήμια, την ευγένεια και τη βιαιότητά τους.

Βλέπω ολοζώντανους, όμως, πολλούς νεκρούς της Πόλης. Άλλους θαμμένους στις νεκροπόλεις και  στα κοιμητήρια, άλλων μαθαίνω τα ονόματα  και τον βίο από τις πινακίδες των δρόμων, άλλων αναζητώ τα έργα, αρχαία, μεσαιωνικά και νεότερα, τα μελετώ  και τα χαίρομαι  στους δρόμους και στα Μουσεία.

Ομολογώ ότι με γοητεύουν τα παραμύθια. Μου ταιριάζει η τεθλασμένη αλήθεια τους. Είμαι, συνάμα, όμως άνθρωπος του Λόγου και του Συναισθήματος. Γι’ αυτό στην Αθήνα, με βασανίζει επίμονα ένα ερώτημα : Γιατί οι Αθηναίοι  εχθρεύονται την Πόλη τους;

Ποια να είναι άραγε τα βαθύτερα αίτια, τα οποία τους υποχρεώνουν να την καταστρέφουν, να την βρωμίζουν, να την εκδικούνται να τη θάβουν μέσα στην κακοτεχνία, την άναρχη παραφύσιν  δόμηση,  την χαοτική χάραξη δρόμων, τον αποκλεισμό των ποταμών της;  Η απλή επαγωγική σκέψη, με οδηγεί σε ένα παράδοξο συμπέρασμα: οι άνθρωποι στην Πόλη αυτή, εχθρεύονται τον εαυτό τους. Είναι αυτοκαταστροφικοί. Είναι επίσης  πολύ συνεπείς με τον εαυτό τους. Ζουν όλες τις συνέπειες της έχθρας τους. Αναπνέουν τους ρύπους, παραπατούν στα σκουπίδια τους, παγιδεύονται στους δρόμους και βουλιάζουν στις πλημμύρες  όταν βρέχει, αρρωστούν και πεθαίνουν προτού φθάσουν στα νοσοκομεία. Τα παιδιά τους αναπτύσσονται,  χωρίς να χαίρονται το αττικό φως, τον ουρανό, τη γη, τη θάλασσα  και τα μνημεία τα οποία κοσμούν την πόλη. Τρέφονται και εκείνα, με την έχθρα για τους άλλους ανθρώπους με τους οποίους συγκατοικούν στην πόλη. Συγκρούονται ακατάπαυστα με τους γείτονες, τους συνταξιδιώτες στα λεωφορεία, τους ομοεθνείς και τους μετανάστες. Συγκρούονται με όλους και με όλα. Η σύγκρουση αυτή δεν οδηγεί πουθενά. Ούτε στον Θάνατο, ούτε στην Ανατροπή, ούτε στην Αποχώρηση. Παραμένουν όλοι σαν τα ποντίκια στο αμπάρι ενός πλοίου που βουλιάζει. Τους φταίει η πολυπληθής Πόλις αλλά δεν την εγκαταλείπουν. Αρνούνται να απαλλαγούν από την έχθρα και την ασθένεια της βίαιης συνύπαρξης.

Έχω μελετήσει αρκετά κείμενα περί την Νεοελληνική Παθολογία. Τα φαινόμενα της ασθένειας των Νεοελλήνων και της Μητρόπολής τους,  έχουν μελετηθεί συστηματικά , από διανοούμενους προερχόμενους από διαφορετικές σχολές σκέψης. Αλήθειες έχουν αναδείξει στοχαστές  όπως  ο Γιώργος Σεφέρης, ο Νίκος Σβορώνος, ο Ευάγγελος Παπανούτσος  , ο Κώστας Τσιρόπουλος, ο Κώστας Βεργόπουλος, ο Χρίστος Γιανναράς και  ο Κώστας Ζουράρις. Και άλλοι πολλοί. Οι άνθρωποι Τέχνης δεν αγνόησαν τη Νεοελληνική ασθένεια. Ενδεικτικά αναφέρω το ποίημα του  Νίκου Γκάτσου  «Ελλαδογραφία», το οποίο ο Μάνος Χατζιδάκις έκανε τραγούδι, και επέλεξε για ερμηνευτή τον Μίκη Θεοδωράκη, αλλά και τους «Κωλοέλληνες » του Διονύση Σαββόπουλου.

Αν  οι Πολίτες των Αθηνών ήταν Ένας, υποψιάζομαι ότι θα επωφελείτο από μακρά  ψυχαναλυτική θεραπεία. Η βραδεία αυτή θεραπευτική διαδικασία, οδηγεί στην αναγνώριση των ψυχικών συγκρούσεων, στην αυτογνωσία και στην ανατροπή των εσωτερικών διεργασιών που παγιδεύουν την ύπαρξη στην αλλοτριωμένη  εκδοχή της.

Δεν ξέρω άλλη μέθοδο ικανή να απαλλάξει τον άνθρωπο από την αυτοκαταστροφή.

( Σε άλλους καιρούς, ίσως να προσφερόταν και η πνευματική αναβάπτιση στην  Παράδοση. Αλλά οι καιροί άλλαξαν. Παραέγιναν ..πτωτικοί . Ο Έρωτας και η Τέχνη, σε άλλες εποχές , ήταν οι αντίποδες του θανάτου, τώρα πλέουν και αυτοί  στη λίμνη της παρακμής. Αποτυπώνουν αντί να αίρουν το βάρος της ύπαρξης. )

Δεν γνωρίζω πώς αντιμετωπίζει κανείς την συλλογική αυτοκαταστροφή.

Ποιοι, άραγε, να είναι οι αποτελεσματικοί μηχανισμοί οι οποίοι θα απελευθερώσουν τους πολίτες  της  Αθήνας  ( και των πολλών μικρότερων αντιγράφων της ) από  την παρακμή και το αδιέξοδο; Το «μνημόνιο» και τα  παρομοίου τύπου  «βότανα», από γυρολόγους μάγους, οικονομολόγους και πολιτικούς, εισαγόμενους και αυτόχθονες , είναι εμφανώς ανίκανα  να ανατρέψουν την τρέχουσα πορεία της Αθήνας και της  χώρας ολόκληρης.

 

Η κακοδαιμονία της Πόλης, των Πολιτών, της Πολιτικής και του Πολιτισμού, απαιτεί ένα ισχυρό αντίδοτο, μια Επανάσταση, μια ανατροπή της ατμόσφαιρας αργού θανάτου.

 

Κάθε Φθινόπωρο  στην Αθήνα, βαδίζω στον δρόμο και συλλογίζομαι πως η Ζωή είναι κρυμμένη και καρτερεί να εκμαιευθεί. Ακούω τα τραγούδια, μυρίζω τον αέρα, κοιτάζω τους ανθρώπους και τα έργα τους, και δακρύζω. Χαμογελώ μόνη και θαρρώ, πως λίγο ακόμα… Λίγο ακόμα και οι άνθρωποι θα σκεφτούν καθαρά, θα ανασηκώσουν τους ώμους και τα μάτια  να δουν τον Ουρανό της Αττικής, το αεράκι θα πάρει τα όνειρά τους, τα βήματά τους θα χαράξουν τη γη με αγάπη, και η Ζωή τους θα πάρει μια στροφή.

Θα περπατώ τότε στην Πόλη των Αθηναίων και θα αφήσω τους νεκρούς στην ησυχία τους. Θα τους ξεχνώ για λίγο. Θα γεμίσει το βλέμμα μου με τα πρόσωπα των παιδιών, των ζωντανών  νέων, των ώριμων και των γερασμένων  ενηλίκων  και θα αλαφρύνει το βάδισμά μου μέχρι να γίνει χορός στους δρόμους, ανάμεσα σε κτήρια και σε γειτονιές, σπαρμένες με τα έργα των ανθρώπων.

Μια επανάσταση, μια στροφή. Αυτό χρειάζονται οι πολίτες της Αθήνας και της Ελλάδας ολόκληρης.

Η Πόλις των Αθηναίων είναι μια πόλη μαγική.

Advertisements